Τέταρτο μέρος σε μια νέα σειρά συνεντεύξεων, αφιερωμένη με πολλή αγάπη σε όλους τους Έλληνες τεχνικούς που ξεροσταλιάζουν πίσω από τις κάμερες, πάνω από τα κοστούμια, ρυθμίζοντας τα μικρόφωνα, σχεδιάζοντας σκηνικά, κόβοντας (και ράβοντας) πλάνα, δηλαδή στους πιο σκληρά εργαζόμενους επαγγελματίες του ελληνικού κινηματογράφου, που για κάποιο λόγο καταφέρνουν ως τώρα να παραμένουν incognito. Όχι πια!
Τέταρτο θύμα: Λέανδρος Ντούνης
Ιδιότητα: Ηχολήπτης
Magnum Opus: Κυνόδοντας του Γιώργου Λάνθιμου
Αν έχει τύχει να δείτε περισσότερες από μια ελληνικές ταινίες κατά τη διάρκεια του κινηματογραφικού σας βίου, τότε η μία από τις δύο θα είχε κακό ήχο. Αν έχετε δει από τρεις και πάνω, τότε σίγουρα θα αναρωτιέστε αν φταίνε οι τεχνικοί, τα μηχανήματα ή η κακιά στιγμή (που κρατάει χρόνια).
Ο Λέανδρος Ντούνης επιχειρεί να δώσει απαντήσεις, αφού πρώτα διαλύσει το μυστήριο που καλύπτει ακόμα τα γυρίσματα του Κυνόδοντα του Γιώργου Λάνθιμου και ρίξει φως στην υπόθεση Forget Me Not του Γιάννη Φάγκρα.

Καταρχάς η ηχοληψία ήταν επιλογή ή σύμπτωση;
Επιλογή. Σπούδασα στον Παπαντωνόπουλο. Τρεις ήταν οι κινηματογραφικές σχολές τότε, Σταυράκου, Παπαντωνόπουλος και Χατζίκου και οι δύο δυστυχώς δεν υπάρχουν πια. Ξεκίνησα θέλοντας να ασχοληθώ με τη μουσική, αλλά στην πορεία αποφάσισα ότι προτιμούσα τον κινηματογράφο. Μετά κατάλαβα πόσο δύσκολο ήταν! Στην ουσία χρειάστηκε να κάνω άλλες δουλειές, όπως π.χ. βοηθός παραγωγής, κι από εκεί σιγά-σιγά να δικτυωθώ για να μπω στο χώρο σαν μπούμαν και έπειτα σαν ηχολήπτης.
Έχω ακούσει πολλές ιστορίες τρόμου γι’ αυτή τη δουλειά!
Ο βοηθός παραγωγής είναι συνήθως ο ‘τρέχα-φέρε’. Ότι του ‘ρθει του καθενός, ότι ώρα του ‘ρθει εσύ πρέπει να τσακιστείς και να το βρεις! Είναι λίγο ζόρικη δουλειά και βγαίνεις πολλές φορές έκτος εαυτού, αλλά αν σου αρέσει ο χώρος κάνεις κουράγιο. Υπάρχει κόσμος που το κάνει για ένα διάστημα και μετά εξαφανίζεται. Κι εγώ στο τέλος δεν άντεχα άλλο, έπρεπε να πάω παρακάτω κι ευτυχώς ήμουν τυχερός. Πάνε περίπου τέσσερα χρόνια τώρα που ασχολούμαι μόνο με τον ήχο. Ακόμα βέβαια είναι δύσκολα τα πράγματα αφού αν δεν κάνεις ταινίες από το ’80 και δεν έχεις πάρει ένα σωρό βραβεία στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης σε αντιμετωπίζουν πάντα ως ‘νέο’. Όταν ξεκίνησα να κάνω ήχο, υπήρχαν παλιότεροι που ήταν της άποψης ότι δεν μπορείς να γίνεις ηχολήπτης αν δεν έχεις κάνει εφτά χρόνια μπουμ. Το κακό είναι ότι κάνεις δεν μπορεί να καταλάβει – ούτε οι παραγωγοί, ούτε οι σκηνοθέτες, αλλά ούτε και οι τεχνικοί – ότι η αισθητική του ήχου έχει αλλάξει και είναι αδύνατο να τον δουλεύουμε όπως δουλευόταν στη δεκαετία του ’80 και του ΄90.
Αν δεν έχεις κλείσει τα 50 δεν γίνεται δηλαδή;
Δεν μπορείς να αρχίσεις κατευθείαν σαν ηχολήπτης αν δεν δουλέψεις μπούμαν, όπως δεν μπορείς να γίνεις διευθυντής φωτογραφίας αν δεν περάσεις από βοηθός οπερατέρ. Η αλήθεια είναι ότι αν δεν το κάνεις δεν θα μάθεις, γιατί στη σχολή μπορεί να σου λένε για μουσική και συναυλίες, για κινηματογράφο όμως όχι.
Τηλεόραση κάνεις καθόλου;
Ναι για βιοποριστικούς λόγους. Επειδή όμως η αιτία που μπήκα εξαρχής στη δουλειά ήταν επειδή αγαπούσα τον κινηματογράφο, είπα ότι εκεί θα είμαι λίγο πιο επιλεκτικός. Δεν με ενδιαφέρει να κάνω ταινίες μόνο και μόνο για να λέω ότι κάνω ταινίες. Πρέπει οπωσδήποτε να πιστεύω σε αυτές ή στη δουλειά μου πάνω σε αυτές. Δε με ενδιαφέρουν οι μεγάλες παραγωγές με ηχηρά ονόματα. Προτιμώ να κάνω σίριαλ. Και τότε εμφανίστηκε ο Λάνθιμος!
Έτσι ξαφνικά;
Όχι, είχαμε κάνει κάποια διαφημιστικά μαζί, αλλά δεν είχαμε κάποια ιδιαίτερη σχέση.
Πώς ήταν λοιπόν η εμπειρία του Κυνόδοντα; Προσπάθησα να αυτό-προσκληθώ στο γύρισμα αλλά…
…βρήκες τοίχο ε; Ναι, ήταν κάπως κλειστό, αλλά ήταν πάρα πολύ ωραίο αυτό.
Α, εγώ είχα πλάσει ένα ολόκληρο μύθο στο μυαλό μου, νόμιζα ότι σας είχε φυλακισμένους!
Ε όχι κι έτσι! Ήταν μια βίλα στο Κορωπί πάνω σε κάτι βουνά, σχετικά απομονωμένη. Ζήσαμε ένα περίεργο Αύγουστο, όπου όλοι οι φίλοι μας είχαν πάει διακοπές και εμείς ήμασταν κλεισμένοι σε ένα σπίτι και γυρίζαμε μια περίεργη ταινία, για την οποία όλοι είχαν ακούσει αλλά κάνεις δεν ήξερε τι ακριβώς συνέβαινε.

Ακούγεται πολύ γοητευτικό…
Ήταν όντως καταπληκτική εμπειρία. Θα ήθελα να δουλεύω με το Λάνθιμο για το υπόλοιπο τη ζωής μου! Όλοι οι σκηνοθέτες έχουν τις παραξενιές τους και πολλές φορές μπορεί να γίνουν ακραίοι και επιθετικοί πάνω στο γύρισμα, ο Γιώργος όμως δεν είναι τίποτα απ’ όλα αυτά. Είναι ένας τρομερά ήρεμος άνθρωπος και μάλιστα από τους λίγους που γνωρίζουν και την τεχνική πλευρά της κινηματογράφησης. Παρόλο που ήμουν εκεί σε όλα τα στάδια, είχα διαβάσει το σενάριο, ήμουν παρών σε όλες τις σκηνές και έβλεπα πως τις γύριζε, όταν πήρα στα χέρια μου το πρώτο cut έμεινα άναυδος. Δεν το φανταζόμουνα ότι θα έβγαινε τέτοιο πράγμα!
Μήπως δεν ήσουν έτοιμος για κάτι τόσο μεγάλο;
Δεν ήταν στ’ αλήθεια μεγάλο, έτσι σου φάνηκε. Μεγάλο έγινε όταν πήγε στις Κάννες. Κι από πλευράς ήχου ήταν αρκετά εύκολο. Ήμασταν σε ένα κλειστό χώρο με αρκετή ησυχία – το μόνο πρόβλημα ήταν ότι κάθε πέντε λεπτά περνούσαν από πάνω αεροπλάνα. Το ξέραμε βέβαια και πολλές φορές επαναλαμβάναμε τις λήψεις ή περιμέναμε το αεροπλάνο να περάσει, αλλά γενικά τα γυρίσματα στο σπίτι ήταν εύκολα.
Και μετά τον Κυνόδοντα τι;
Μετά τον Κυνόδοντα έκανα την ταινία του Φάγκρα (Forget Me Not).
Ποια είναι η υπόθεση, αν επιτρέπεται;
Είναι κάτι σαν σύγχρονη Οδύσσεια. Ο πρωταγωνιστής είναι ένα Έλληνας, τον οποίο συναντάμε στη Νέα Ορλεάνη χωρίς να ξέρουμε στ’ αλήθεια πώς βρέθηκε εκεί. Υπάρχει μια γυναίκα πίσω στην Ελλάδα αλλά αυτός δεν της δίνει ιδιαίτερη σημασία, παρόλο που εκείνη συνεχίζει να του στέλνει μηνύματα. Κάποια στιγμή αποφασίζει να πάει στην Αλάσκα σαν δύτης σε μεγάλα βάθη με σκοπό να ανασύρει κάτι από ένα βυθισμένο υδροπλάνο, ενώ η γυναίκα ξεκινάει από την Ελλάδα για να τον συναντήσει. Η ταινία είναι στην ουσία το οδοιπορικό δυο ανθρώπων που δεν συναντιούνται ποτέ.
Πήγες στην Αλάσκα δηλαδή;
Ναι, το κάναμε σε δύο μέρη. Πέρσι την άνοιξη πήγαμε στη Νέα Ορλεάνη και το φθινόπωρο στην Αλάσκα για δύο περίπου μήνες. Ήταν καταπληκτικά!

Δεν φαντάζομαι να κάνατε καταδύσεις στους πάγους;
Όχι μια βουτιά έγινε μόνο, αλλά κι αυτή ήταν λίγο τρομαχτική γιατί ο Στάνκογλου [ο πρωταγωνιστής] ήθελε να την κάνει ο ίδιος ενώ κανονικά θα μπορούσε να τον αντικαταστήσει επαγγελματίας. Η θάλασσα είχε θερμοκρασία 3οC και σε τρία λεπτά είχες πεθάνει από υποθερμία! Τελικά φόρεσε τη στολή και το έκανε.
Έχεις κάνει και ήχο στο Μυστικά και Ψέματα του Σταύρου Στάγκου με γυρίσματα στην Ινδία, που σημαίνει ότι από ταξίδια άλλο τίποτα!
Ναι, και σ’ άλλα του Στάγκου με γυρίσματα στη Χιλή, στο Σαντιάγο και το Βαλπαραΐσο. Ήταν για ένα project που φιλοδοξεί να εξελιχθεί σε σειρά ντοκιμαντέρ με θέμα διάφορους ακτιβιστές και να πουληθεί σε κάποιο κανάλι του εξωτερικού. Πήγαμε με σκοπό να γυρίσουμε τα δύο αντίθετα στρατόπεδα, δηλαδή τους ανθρώπους του Πινοσέτ και τους ανθρώπους που έχουν βασανιστεί από τον Πινοσέτ, αλλά κάπου στην πορεία άλλαξαν τα δεδομένα και καταλήξαμε να κάνουμε άλλο ντοκιμαντέρ.
Άρα για ποιό λόγο δηλώνεις δυσαρεστημένος με το επάγγελμα σου;
Γιατί δεν γίνεται σωστά. Οπότε ή συνεχίζεις να υπομένεις ή τα παρατάς. Το βασικό πρόβλημα για το οποίο γκρινιάζουμε όλοι είναι το οικονομικό. Όλες οι ταινίες σ’ αυτή τη χώρα γίνονται χάρη στο φιλότιμο των τεχνικών και το πάθος του σκηνοθέτη. Οι περισσότεροι παραγωγοί προσπαθούν να σε πείσουν να «βοηθήσεις» την εκάστοτε ταινία, που σημαίνει να δουλέψεις με τα μισά λεφτά, πράγμα τραγικό για έναν άνθρωπο που προσπαθεί να επιβιώσει στο χώρο. Και μετά βρίσκεις ένα σωρό δυσκολίες στο γύρισμα με τη μόνιμη δικαιολογία ότι αυτό έχουμε, μ’ αυτό θα δουλέψουμε και παραπάνω δεν έχει.
Τι έχεις να πεις σε όσους ισχυρίζονται ότι οι περισσότερες ελληνικές ταινίες έχουν κακό ήχο;
Δε φταίνε πάντα οι ηχολήπτες. Εντάξει, μπορεί οι καλοί να είναι λίγοι αλλά κι αυτοί δεν μπορούν να κάνουν τη δουλειά τους όπως πρέπει. Στο εξωτερικό δουλεύουν δέκα άτομα σε κάθε ταινία ενώ εδώ είναι μονίμως τρεις: ο μπούμαν, ο ηχολήπτης και ο μιξέρ. Όσο για το μοντάζ ήχου και το sound design το θέλουν όλοι τζάμπα και το θέλουν τώρα. Άσε που δεν υπάρχουν sound designer στην Ελλάδα γιατί δεν υπάρχει πουθενά να το σπουδάσεις. Ειλικρινά δεν ξέρω τι θα γίνει μ’ αυτό το επάγγελμα. Υπάρχει πολύς κόσμος που θέλει να εγκαταλείψει το χώρο του θεάματος, είτε λέγεται κινηματογράφος, είτε διαφημιστικό, είτε σίριαλ, είτε οτιδήποτε. Είναι να μην είσαι απαισιόδοξος;
Links
www.myspace.com/leandrosntounis
Στην ίδια σειρά συνεντεύξεων:
Vol. 1: Ολυμπία Μυτιληναίου
Vol. 2: Γιώργος Γεωργίου
Vol. 3: Παντελής Μαντζανάς
