Δεύτερο μέρος στη νέα μας σειρά συνεντεύξεων, αφιερωμένη με πολλή αγάπη σε όλους τους Έλληνες τεχνικούς που ξεροσταλιάζουν πίσω από τις κάμερες, πάνω από τα κοστούμια, ρυθμίζοντας τα μικρόφωνα, σχεδιάζοντας σκηνικά, κόβοντας (και ράβοντας) πλάνα, δηλαδή στους πιο σκληρά εργαζόμενους επαγγελματίες του ελληνικού κινηματογράφου, που για κάποιο λόγο καταφέρνουν ως τώρα να παραμένουν incognito. Όχι πια!
Δεύτερο θύμα: Γιώργος Γεωργίου
Ιδιότητα: Σκηνογράφος/ενδυματολόγος
Pièce de résistance: Μαύρο Λιβάδι του Βαρδή Μαρινάκη
Αν δεν ήταν οι μοναχές (δεν είναι μοναστήρι!), η ύποπτη βροχομηχανή και το κεφάτο συνεργείο, δύσκολα θα έπαιρνες μυρωδιά τις σοφές εικαστικές παρεμβάσεις του Γιώργου Γεωργίου στο Κάστρο του Παλαμηδίου, ένα κτίσμα του 1714 που πρόσφατα στέγασε την πειραγμένη ταινία εποχής του Βαρδή Μαρινάκη. Βρισκόμαστε στην περίοδο της τουρκοκρατίας, κι όμως δεν διακρίνω πουθενά χρυσοποίκιλτα κουστούμια και σκαλιστά μπαούλα. Για την ακρίβεια δεν βλέπω ούτε μισή βελέντζα! Μα τι ακριβώς συνέβη στο Μαύρο Λιβάδι;
Η πρώτη ερώτηση που κάνω σε όλους τους σκηνογράφους που κάνουν και κουστούμια είναι γιατί και τα δύο; Έχω ακούσει πολλά παράπονα γι’ αυτή την υποχρεωτική διπλή ιδιότητα.
Όταν θέλεις να ελέγξεις μια δουλειά συνολικά – γιατί το ντεκόρ και τα ρούχα έχουν τη μερίδα του λέοντος στο αισθητικό αποτέλεσμα μιας ταινίας – τότε δεν τα διαχωρίζεις. Εγώ το βλέπω ακριβώς αντίθετα. Μεγαλύτερη πρόκληση είναι να κάνεις και τα δύο, παρά μόνο το ένα.
Για να είναι πιο ομοιόμορφο το αποτέλεσμα;
Ακριβώς. Με τον τρόπο αυτό εντάσεις τα κοστούμια στους χώρους που δουλεύεις ώστε να αναδειχτούν καλύτερα και όχι μόνο. Σίγουρα πάντως πρόκειται για δύο διαφορετικές δουλειές…
…αλλά όχι στην Ελλάδα.
Αυτό είναι αλήθεια, αν και εγώ τα έχω συνδέσει από χρόνια μιας και ξεκίνησα να τα δουλεύω μαζί. Φροντίζω όμως να αναλαμβάνω δουλειές που παρουσιάζουν ιδιαιτερότητες, είτε στον ένα είτε στον άλλο τομέα. Έχει τύχει να κάνω σκέτη σκηνογραφία, αλλά μόνο σε περιπτώσεις που το ενδυματολογικό μου ήταν σχετικά αδιάφορο. Στη συγκεκριμένη ταινία πάντως με τράβηξαν και τα δύο.
Δεν ήξερα τι ακριβώς να περιμένω από μια ταινία εποχής – και δη στην Ελλάδα – αλλά απ’ ότι φαίνεται το Μαύρο Λιβάδι είναι πολύ λιγότερο φορτωμένο απ’ ότι φανταζόμουν.
Στην Ελλάδα αν σου προσφέρουν ταινία εποχής συνήθως δεν την κάνεις. Λες, αστό καλύτερα! Η λιτότητα που βλέπεις είναι θέμα άποψης από τη μια και οικονομίας από την άλλη. Έγιναν οι απαραίτητες τρίπλες για να βγει η ταινία όπως έπρεπε. Θεωρώ ότι εποχή δεν είναι ούτε η βελέντζα ούτε τα μπαούλα με τα χρυσοποίκιλτα. Βέβαια είναι και η ίδια η ταινία που τραβάει λιτότητα – ας μην ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε σε ένα μοναστήρι. Είχαμε αποφασίσει από την αρχή με το Βαρδή ότι έπρεπε να ακολουθήσουμε τελείως λιτές γραμμές ώστε να αναδειχτεί καλύτερα η ιστορία. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν έχεις περιθώρια να κάνεις πράγματα – απλά ότι κάνεις το εντάσσεις σε μια αισθητική αρκετά minimal. Αυτό από μόνο του ήταν πρόκληση. Δεν έγινε για λόγους αναγκαιότητας. Το Παλαμήδι ήταν αρκετά escherικό και αφαιρετικό από μόνο του. Δεν ήταν το κλασικό μοναστήρι με το καθολικό στη μέση, το γνωστό περίβολο, τα κελιά κτλ. Είναι η δική μας ερμηνεία του πως θα έπρεπε να είναι ένα μοναστήρι. Κι εκεί βρίσκεται το όλο νόημα της ταινίας.
Ρισκάρετε δηλαδή με ένα χώρο που δεν έχει την πατροπαράδοτη όψη του μοναστηρίου, όπως την έχουμε συνηθίσει.
Ακριβώς! Απ’ τη στιγμή που σε ενδιαφέρει η ιστορία, τη φόρμα την ορίζεις εσύ. Αυτό εδώ που καθόμαστε δεν είναι ένα κελί. Είναι το δικό μας κελί. Γιατί τα κελιά στην ουσία ήταν 1.5×1.5 ή 2×2. Στόχος των κατασκευών ήταν να είναι χρήσιμες και επί της ουσίας.
Πόσο εύκολο ή πόσο δύσκολο είναι να χτίσεις πάνω σε ένα χώρο που λίγο ή πολύ προϋπάρχει. Τι ιδιαίτερες απαιτήσεις έχει ένα τόσο παλιό και προκαθορισμένο σε μορφή κτίσμα;
Το καλό με το συγκεκριμένο χώρο είναι ότι δεν είναι ούτε γκρεμισμένος ούτε καλοδιατηρημένος. Δεν έχει γίνει μια αναπαλαίωση – που τις περισσότερες φορές μπορεί να είναι και κακή – η οποια να σε αναγκάζει να κρέμεσαι από μια αισθητική που κάποιος άλλος έχει επιλέξει για σένα. Η αυστηρότητα του Κάστρου βοηθάει στην ψυχολογική ατμόσφαιρα της ταινίας, γιατί το σενάριο απαιτεί μια σκληρότητα που ο χώρος διαθέτει. Ωστόσο δεν ορίζει ο χώρος την ταινία, αλλά η ταινία το χώρο. Και έτσι πρέπει γίνεται με τις δουλειές που αφορούν το σινεμά, είτε πρόκειται για σκηνογραφία, ενδυματολογία ή φωτογραφία. Πρέπει να συμπληρώνουν την ιστορία και όχι να την υπερκαλύπτουν. Αν βγαίνεις από την αίθουσα αναφωνώντας «Α, τι ωραία ρούχα!» ή «Α, τι ωραίο σκηνικό!» όλη η δουλειά έχει πάει χαμένη.
Έκτος από όσα είδα εδώ, τι άλλα πράγματα έχεις ετοιμάσει για την ταινία;
Τα κοστούμια είναι αρκετά. Πάνω από 100-150. Το μοναστήρι που είδατε είναι μια μόνο σεκάνς της ταινίας. Από και πέρα βγαίνουμε έξω στη φύση. Αυτό άλλωστε ήταν και το concept. Έχουμε μεν τη φωλιά μας, αλλά βγαίνοντας έξω αντιμετωπίζουμε μια άλλη αρχιτεκτονική, που στην ουσία είναι πολύ πιο άγρια. Στο λιβάδι πλέον μας κυνηγάνε οι Τούρκοι, αλλά ούτε σ’ αυτούς έχω διατηρήσει το γραφικό στοιχείο – αν και τήρησα τα προσχήματα. Οι γενίτσαροι είναι καταγεγραμμένοι με ένα πολύ συγκεκριμένο τρόπο στην ιστορία, εμείς όμως τους δουλέψαμε ανάλογα με την ψυχολογία που έπρεπε να σου δημιουργήσουν την ώρα που τους βλεπεις. Όταν πιάνουν τον πολεμιστή και την καλόγρια στο δάσος, είχα στο μυαλό μου μια χωρογραφία με κοστούμια που κινούνται και παίζουν την ώρα του κηνυγητού. Τόσο από πλευράς ποιότητας όσο και χρώματος. Το πράσινο του ρούχου μες στο πράσινο της φύσης, σιλουέτες που να ταιριάζουν με τον περίγυρο.
Πέρα από τα κοστούμια στα εξωτερικά πλάνα, υπήρχαν κάποιες άλλες παρεμβάσεις στο χώρο;
Ειδικά στα δάση, όχι. Η φύση διαθέτει μια αρχιτεκτονική εφάμιλλη της ανθρώπινης αλλά ταυτόχρονα έχει μια δική της δυναμική, την οποία εκμεταλλευτήκαμε για ένα καλύτερο αποτέλεσμα.
Φαντάζομαι ότι τους χώρους τους ψάξατε μαζί με το σκηνοθέτη, σωστά;
Με το Βαρδή δουλέψαμε μαζί ενάμισι χρόνο πριν. Συναντιόμασταν τρεις ώρες τη βδομάδα για να μιλάμε, να σκιτσάρουμε και να σχεδιάζουμε. Γιατί οι ταινίες γίνονται στο χαρτί, δεν γίνονται στο γύρισμα. Το γύρισμα είναι διασκέδαση.
Κάτι είχα ακούσει για Ρουμάνια στην αρχή.
Ναι, είχανε πέσει πολλές προτάσεις. Ρουμάνια, Βουλγαρία, Τουρκία, και διάφορες χώρες των Βαλκανιών. Ξέραμε ότι οι χώροι θα ήταν η πεμπτουσία της ταινίας. Άλλωστε ο Βαρδής ήταν ένας άνθρωπος που οδήγησε τα πράγματα με βάση ένα συγκεκριμένο αισθητικό αποτέλεσμα, αν και η τελική κατεύθυνση συνδιαμορφώθηκε. Όταν είχαμε έρθει στο Ναύπλιο παρά λίγο να μη το δούμε το Παλαμήδι. Ήμασταν κάτω στην πλατεία και τρώγαμε και λέγαμε, «Να πάμε ή να μην πάμε;». Το είχαμε αλλιώς στο μυαλό μας. Με το που κάναμε την πρώτη βόλτα, ο κύβος ερρίφθη. Βέβαια αντιμετωπίσαμε κάποια ζητήματα με την αρχαιολογία, και δικαίως, αλλά τελικά το σύμπαν συνωμότησε υπέρ ημών και ο χώρος παραχωρήθηκε.
Έμαθα ότι έκαναν περίπου 10 μήνες για να εγκρίνουν το αίτημά σας.
Υπήρξε όντως μεγάλη καθυστέρηση, αλλά εγώ δεν αμφέβαλα ούτε στιγμή ότι τα πράγματα θα έρχονταν δεξιά. Γιατί αυτή η ταινία έπρεπε να γίνει. Ήταν αποφασισμένο άνωθεν!
Φωτογραφίες: Μυρτώ Αποστολίδου
Πάρτε μια μικρή γεύση από τη δουλειά του βλέποντας το πανέμορφο trailer του Μαύρου Λιβαδιού
