Μια μέρα -ίσως και νύχτα, δεν έχει σημασία- στα τέλη των 80′s, ο 19χρονος Neil (Edward) Hannon, χάζευε αφηρημένος τη βιβλιοθήκη του -Επισκόπου – πατέρα του. Περίπου ένα χρόνο πριν είχε αποφοιτήσει -όπως παλιότερα και οι Oscar Wilde και Samuel Beckett- από το Portora Royal School στο Enniskillen της Β.Ιρλανδίας και είχε πάρει την απόφαση να μην ακολουθήσει πανεπιστημιακές σπουδές μα ν’ασχοληθεί στο εξής αποκλειστικά με τη μουσική.
Νωρίτερα είχε όμως εγκαταλείψει και τα μαθήματα πιάνου και -στα 14 του- είχε σχηματίσει την πρώτη του μπάντα, η οποία -από τότε ήδη- άλλαζε συνεχώς σύνθεση. Άλλαξε λοιπόν και ονομασία την στιγμή που τη ματιά του στην πατρική βιβλιοθήκη κέρδισε ένα ογκωδέστατο έργο: ο Dante Alighieri του είχε μόλις «προσφέρει» τους (Τhe) Divine Comedy, οι Cherry Orchard (και ο..Chekhov) έγιναν αμέσως παρελθόν.
Κι αν από το προγενέστερο όνομα του μοιάζει να κληροδοτήθηκε στο γκρουπ για την επόμενη -ως σήμερα- εικοσαετία η θεατρικότητα τόσο στην αφήγηση όσο και στην ερμηνεία των τραγουδιών του, δύσκολα θα βρεί κάποιος μουσικό σχήμα που η παραγωγή του να χαρακτηρίζεται τόσο επακριβώς από το όνομα του όσο οι Divine Comedy. Γιατί οι δημιουργίες του Neil Hannon, του μόνου σταθερού μέλους και αποκλειστικής δημιουργικής πένας της μπάντας (του) σ’όλη αυτή την εικοσαετία παλινδρομούν μαεστρικά πότε προς τη μία και πότε προς την άλλη πλευρά αυτού του διπόλου. Μέσα στον ίδιο δίσκο, συχνά μέσα στο ίδιο τραγούδι και κάποιες φορές ακόμα και μέσα στην ίδια φράση το συνθετικό έργο του Neil Hannon ισορροπεί τέλεια ακροβατώντας ανάμεσα σε μνημειώδεις ενορχηστρώσεις και σε εθιστικά pop-hits. H στιχουργική του ανάμεσα σε καθηλωτικές -και ενίοτε σχοινοτενείς- λογοτεχνικής ή θεατρικής μορφής αφηγήσεις και σε πνευματώδη χιουμοριστικά δίστιχα με ατάκες που σφηνώνονται στο μυαλό.
Με χαρακτηριστική ευκολία απεκδύεται το ρόλο του παλιομοδίτη ερμηνευτή μιας μπαλάντας για να υιοθετήσει την περσόνα ενός pop δανδή και το αντίστροφο. Το εύρος της στιχουργικής του θεματολογίας αλλά και της μουσικής του υφολογίας είναι απλησίαστο για οποιονδήποτε σύγχρονο του τραγουδοποιό. Ο λυρισμός και η οξυδέρκεια του αδιανόητα.
Ο Hannon έχει όλο το πακέτο:Υπέροχη φωνή εξωπραγματικής γκάμας και εκφραστικής δεινότητας που αναβαθμίζει και τα πιο μέτρια -για τα δικά του μέτρα- τραγούδια του. Συνθετικό ταλέντο για μελωδίες διαχρονικές που λειτουργούν εξίσου καλά ερμηνευμένες από τον ίδιο μόνο του, από ποπ μπάντα, από ορχήστρα εγχόρδων, από..μεγαλύτερη ορχήστρα. Στιχουργικό δαιμόνιο που δεν αφήνει τίποτα ανέγγιχτο: ιστορίες αγάπης, ρομαντικούς περιπάτους στην ύπαιθρο, έκλυτο βίο, ερωτική προδοσία, το τέλος του κόσμου, κόρες, γηραίες κυρίες, μέχρι -εσχάτως- μεγαλοτραπεζίτες και μαζοχισμό.
Δεν έχει κανένα απολύτως περιορισμό στις αφορμές της έμπνευσης του ούτε πρόβλημα στο να εφαρμόσει την πιο παράξενη, εκ πρώτης όψεως χαζή ιδέα ή να χρησιμοποιήσει το πιο τραβηγμένο λογοπαίγνιο αν πιστεύει ότι θα λειτουργήσουν στο δίσκο του. Με τον πιο φυσικό τρόπο τοποθετεί το μελόδραμα δίπλα στον σαρκασμό και την κοινωνική παρατήρηση πλάι στην θεατρική αφήγηση.
Ιδιοσυγκρασιακός καλλιτέχνης, γνήσια ιδιοφυΐα ο mr Divine Comedy αποτελεί ξεχωριστή κατηγορία μόνος μη μοιάζοντας σε κανέναν σύγχρονο του. Έλκει την καταγωγή του κατευθείαν από τους μεγάλους αστικούς τραγουδοποιούς και πια συγκαταλέγεται ανάμεσα τους: τον Jacques Brel π.χ αλλά -κυρίως – το ίνδαλμα του, τον Scott Walker.
Προσθέστε (τέλος..): χαρισματικός επί σκηνής.
Α, και πολύ ωραίος τύπος, σας διαβεβαιώ.
Tότε;
Γιατί λοιπόν άραγε -σχετικά- λίγοι οι εναπομείναντες πιστοί; Ίσως μια κάποια εξήγηση δίνει το τρισκατάρατο super-hit "National Express", το «τραγούδι για το λεωφορείο», αυτό που παρκαρισμένο από το 1998 (εκ του μεγαλεπήβολου , σίγουρα υπερφιλόδοξου μα και μνημειώδους album "Fin de Siecle") φράζει το δρόμο -ως το ευρύτερα γνωστό και απόλυτα παραπλανητικό για τα υπόλοιπα- στους αδαείς περί την σύγχρονη «Θεία Κωμωδία» να εξερευνήσουν την πολύ πλούσια πια δισκογραφία του Hannon, πριν και μετά.
Πριν, στα 90′ς δηλαδή, το δρόμο είχε ανοίξει το single "Something for the weekend", προπομπός του -θρυλικού- album ‘Casanova" (1996) δηλαδή ενός album για το..sex που πριμοδότησε το υπέροχο "a short album about love", (1997) δηλαδή ό,τι λέει ο τίτλος. Eκμεταλευόμενος το τεράστιο..κύμα που προκάλεσε η έκρηξη της brit-pop o Νeil Hannon κατάφερε -τα καλά νέα- να βγεί επιτέλους στην ακτή της επιτυχίας και της διασημότητας και έτσι να γίνουν, αναδρομικά έστω, ευρύτερα γνωστά τα δύο πρώτα του αριστουργήματα, Liberation (1993) και -το αγαπημένο των die-hard οπαδών- Promenade (1994) που διέγραψαν μονοκοντυλιά το..πειραματικό και επίσημα..άκυρο "Fanfare for the comic muse" (1990).
Μα αν και πάλεψε σκληρά και ήταν εμφανώς ικανότερος των υπολοίπων, ο Hannon δεν έφτασε ποτέ την δική τους επιτυχία και, το χειρότερο, ακόμα και σήμερα οι περισσότεροι νοερά τον τοποθετούν στο ίδιο σακί με αυτούς, δηλαδή τους Blur και τους Oasis (τα κακά νέα). Bέβαια το να είσαι σύγχρονος με κάποιον επ’ουδενί δεν σημαίνει ότι είσαι και παρόμοιος. Γιατί οι Divine Comedy δεν υπήρξαν ποτέ brit-pop αν και δανείστηκαν προσωρινά ένα μέρος του κοινού της. Όμως η μουσική τους ήταν πολύ πιο απαιτητική και αναπόφευκτα δυσπρόσιτη στις ευρείες μάζες.
Ο Ηannon μιλούσε για "heroes of the middle-class" και πάνω, για εστέτ και διανοούμενους, για λογοτεχνία και κινηματογράφο, οι υπόλοιποι για εργατική τάξη και "Common people" (Pulp). Επιπλέον ο Neil δεν χτυπιόταν στην σκηνή όπως ο Jarvis Cocker, δεν έκανε αιχμηρές δηλώσεις όπως ο Damon Albarn, δεν έβριζε όπως οι αδελφοί Gallagher.
Τώρα πια όμως που το brit-pop κύμα έχει -καιρό- καταλαγιάσει, το πράγμα ξεκαθάρισε. Ο Hannon, ως απόλυτα καταξιωμένος τραγουδοποιός, δεν έφυγε ποτέ και είναι εδώ για να μείνει για πολύ-πολύ καιρό ακόμα. ‘Εχει διατηρήσει τους συγκριτικά ολιγάριθμους μα εμμονικά πιστούς οπαδούς του και δεν είναι πολύ διαφορετικός από την εποχή του "Casanova" παρά τις πολλές και μεγάλες αλλαγές που έφερε ο χρόνος στη ζωή και στην καριέρα του. Η συνέπεια του είναι αξιοθαύμαστη και η επιμονή του υποδειγματική καθώς ποτέ δεν υπήρξε το παραμικρό σημάδι ότι οι ικανότητες του τον εγκαταλείπουν παρότι ίσως τώρα πια οι δημιουργίες του δεν προκαλούν -τόσο συχνά- ρίγη συγκίνησης ανάλογα με αυτά των παλαιότερων. Άλλωστε δεν είναι δα επαναλήψιμο να γράψει κανένας πέντε (5) συνεχόμενα albums του επιπέδου αυτών που δημιούργησε στο διάστημα 1993-1998.
Οι υπόλοιποι εκείνης της περιόδου, έστω και αν θα’ναι εσαεί απείρως δημοφιλέστεροι του, εξαργυρώνοντας τις αναμνήσεις του τότε indie κοινού, στην τέχνη τους είτε δεν ξεκόλλησαν ουσιαστικά ποτέ από τα 90′ς (Oasis), είτε μπερδεύτηκαν λίγο στα διάφορα -εμπορικά επιτυχημένα μα- περίεργα και μέτρια σχήματα που πήγαν και έμπλεξαν (Αlbarn) είτε δεν τα πολυκατάφεραν μόνοι τους και γυρνάνε τώρα στα παλιά λημέρια για λίγη στοργή (Jarvis). Δεν είναι απαραίτητα κακό αυτό, άλλωστε τώρα που -επιτέλους- τελείωσαν, ή έστω τελειώνουν, οι επανενώσεις από τα 80′ς, λογικό και αναμενόμενο να αρχίσουν αυτές της δεκαετίας του ’90. Σε λιγότερο από ένα μήνα τελειώνουν και τα 00′ς (ναι, φέτος είναι, για πέρυσι σας το έλεγαν αυτοί που -όπως και στο millennium- απλώς δεν ξέρουν να μετρούν)
Λίγο πριν το τέλος του προηγούμενου Αιώνα ("Fin de Siecle" όπως είπαμε) λοιπόν οι Divine Comedy κυκλοφορούν (1999) το best of ("a secret history") το οποίο συνοψίζει την πρώτη περίοδο της ζωής του γκρουπ μα και σηματοδοτεί και το τέλος της συνεργασίας με τηνSetanta και τη «μετακόμιση» στην Parlophone
Το 2001 το -καθόλου κακό, μα καθόλου τυπικό divine comedy- album "Regeneration" δίχασε τους οπαδούς και οδήγησε στην διάλυση της μπάντας που είχε δημιουργηθεί το 1996 πριν το "Casanova". Όχι μόνο ο ήχος παρέπεμπε σε alternative μπάντα αλλά και η..εικόνα καθότι για πρώτη φορά έφυγαν τα -σήμα κατατεθέν- κοστούμια αλλά και – για πρώτη και τελευταία φορά- ο ολοκληρωτικός έλεγχος της διαδικασίας από τα χέρια του Neil.
Το 2004 ήρθε..η μεγάλη επιστροφή : επιστροφή στις μεγάλες ορχήστρες, με το "Αbsent Friends", και η κυκλοφορία του dvd "Live at the Palladium" μα και οι δυο μεγαλύτερες συναυλίες στην ιστορία των Divine Comedy, στο Folies Bergeres στο Παρίσι και στο Rοyal Albert Hall στο Λονδίνο αντίστοιχα.
Το 2006 κυκλοφόρησε το "Victory for the comic muse" μετά το tour του οποίου ακολούθησαν αρκετές συνεργασίες , κυρίως με διάφορους φημισμένους Γάλλους καλλιτέχνες που, το 2008, οδήγησαν στην ηχογράφηση 2 συναυλιών με γνωστά Γαλλικά τραγούδια στο Παρίσι, στη cite de la musique. Αυτά κυκλοφόρησαν ως bonus cd στην συλλεκτική έκδοση του φετινού album .
Το 2009 μαζί με τον Thomas Walsh των Pugwash ο Neil δημιούργησε ένα βραχύβιο side project , το concept-group "Duckworth Lewis method" και το ομότιτλο album με γενικό θέμα το..κρίκετ. Ο δίσκος πήγε ανέλπιστα καλά εμπορικά και ήταν μάλιστα ένας από τους τρείς υποψήφιους για το βραβείο Ivor Novello. Είναι ένα πολύ διασκεδαστικό ρετρό album το οποίο προφανέστατα επηρέασε αρκετά και το νέο (2010) album "Bang goes the Knighthood"
