Ένα ποπ γκρουπ της σειράς· έτσι φάνταζαν στα μάτια του βρετανικού τύπου οι Small Faces, στο απόγειο της καριέρας τους, μέσα προς τέλη της δεκαετίας του εξήντα (ο αμερικανικός δεν τους είχε πάρει χαμπάρι). Ένα σχεδόν ασόβαρο συγκρότημα που αποτελείτο από παιδάκια και απευθυνόταν σε τέτοια. Κάτω από τις στριγκλιές των έφηβων κοριτσιών, όμως, υπήρχαν, όπως στην περίπτωση των Beatles και των Rolling Stones, τέσσερις ικανοί μουσικοί που τα έδιναν όλα και ένα συνθετικό ντούο που έγραφε Τραγούδια (ναι, κεφαλαίο Τ). Ο χρόνος φέρθηκε καλά στο συγκρότημα του Steve Marriott και τώρα, σαράντα τέσσερα χρόνια μετά τη διάλυσή τους, έρχεται μια σειρά επανεκδόσεων για να αποδείξει τη σημασία τους και για να θυμίσει στους οπαδούς τους ακριβώς πόσο καλοί ήταν.

Η ιστορία των Small Faces ξεκινά με την πρώτη συνάντηση μεταξύ του Steve Marriott και του Ronnie Lane, το 1965, στο μαγαζί με μουσικά όργανα όπου ο πρώτος εργαζόταν. Και οι δυό τους ήταν γύρω στα δεκαοχτώ. Ο Marriott είχε ήδη μεγάλη εμπειρία σαν ηθοποιός, ερμηνεύοντας ρόλους από παιδί, ενώ είχε βγάλει και μερικά σόλο σαρανταπενταράκια. Ο Lane μπήκε στο μαγαζί με τον πατέρα του προκειμένου να αγοράσει ένα μπάσο. Γνωρίστηκε με τον Marriott και, ανακαλύπτοντας πως οι δυό τους μοιράζονταν την αγάπη για το αμερικάνικο r’n’b, συμφώνησε να πάει σπίτι του για να ακούσουν δίσκους. Λίγες μέρες αργότερα, ο Lane κάλεσε τον Marriott σε μια συναυλία του συγκροτήματός του, των Outcasts. Μισομεθυσμένος, ο Marriott ανέβηκε με δική του πρωτοβουλία στη σκηνή και αποφάσισε να συνοδεύσει την μπάντα του Lane, ασελγώντας πάνω στο πιάνο της pub. Η συναυλία έληξε επεισοδιακά, αλλά τόσο το καλύτερο για τον Marriott. Βλέποντας πόσο χαρισματικός ήταν πάνω στη σκηνή ο καινούριος του φίλος, ο Lane διέλυσε το συγκρότημά του, κρατώντας μόνο τον ντράμερ Kenney Jones, και σχημάτισε τους Small Faces – Small λόγου του μικρού τους ύψους και Faces με την μοντάδικη έννοια του όρου (cool, άτομο)- με κιθαρίστα και βοκαλίστα τον Marriott. Λίγο καιρό αργότερα, ήρθε η γνωριμία με τον Jimmy Winston, που ανέλαβε χρέη οργανίστα και που παρείχε στο νεογέννητο συγκρότημα το πρώτο του προβάδικο (ένα στούντιο που διηύθυναν οι γονείς του).

Σύντομα οι Small Faces ξεκίνησαν να παίζουν δημόσια, ερμηνεύοντας αμερικάνικα soul και r’n’b τραγούδια, και ενσωματώνοντας σιγά-σιγά στο ρεπερτόριό τους συνθέσεις των Marriott και Lane. Υπέγραψαν συμβόλαιο με τον μάνατζερ Don Arden και με τη δισκογραφική Decca, και κυκλοφόρησαν το πρώτο τους σινγκλ, το “Whatcha Gonna Do About It”, ένα απλό αλλά γκρουβαριστό soul κομμάτι που θυμίζει τα πρώτα σινγκλ του Marvin Gaye και που έφτασε ως το 14 των βρετανικών τσαρτ. Λίγο μετά την κυκλοφορία του δεύτερου σινγκλ τους, που απέτυχε να κάνει εντύπωση, οι Small Faces απέλυσαν τον Winston και προσέλαβαν στη θέση του τον Ian McLagan. Οι απόψεις για την απόλυση του Winston διίστανται. Έπαιξε ρόλο η έλλειψη ταλέντου ή η κακή του χημεία με τα υπόλοιπα μέλη; Ο Kenney Jones έχει δηλώσει πως o Winston προσπάθησε να ανταγωνιστεί με τον Marriott για την αρχηγία του γκρουπ. Όπως και να ’χε, ο McLagan ήταν αυτός με τον οποίον θα συμπορεύονταν τούδε και στο εξής οι άλλοι τρεις.

Ακολούθησε ένα ακόμα σινγκλ (Sha-la-la-la-lee, που έφτασε μέχρι το νούμερο τρία των βρετανικών τσαρτ), κι έπειτα, τον Μάιο του 1966, ο πρώτος δίσκος, με τίτλο το όνομα του συγκροτήματος. Το Small Faces, που επανεκδίδεται αυτή τη περίοδο μαζί με άλλα τρία άλμπουμ του συγκροτήματος, δεν είναι κάνα αριστούργημα, αλλά στέκεται καλά στο χρόνο. Ο ήχος τους είναι καθαρό r’n’b, παιγμένο, όμως, με μια ένταση και μια ενέργεια που λείπει από τις αντίστοιχες αμερικάνικες ηχογραφήσεις. Πάρτε για παράδειγμα το ορχηστρικό “Own Up Time”: το πρότυπο που προσπαθούν να κοπιάρουν είναι οι Booker T. And The M.G.’s, αλλά οι κιθάρες είναι τόσο κοφτερές και νευρώδεις (α λα Pete Townshend) που το κομμάτι αποκτά ένα δικό του, σχεδόν πανκ χαρακτήρα. Ο σταρ του δίσκου αποδεικνύεται ο Marriott: λευκός, μικροκαμωμένος και όχι πάνω από δεκαεννιά, διαθέτει ωστόσο δυο πνευμόνια που σπάνια συναντάς σε τραγουδιστές που δεν είναι μαύροι. Βγάζει, μάλιστα, ένα πάθος και μια μαγκιά που δε συνάδει με την ηλικία και το δέμας του και απογειώνει το υλικό (που αποτελείται από συνθέσεις δικές του και του Lane, του Sam Cooke, του Willie Dixon κ.ά.). Ο μόνος άγγλος που μπορεί να συγκριθεί μαζί του είναι ο Stevie Winwood (ο Robert Plant δεν έχει εμφανιστεί ακόμα στο προσκήνιο). Ο δίσκος πουλάει πολύ και οι Small Faces γίνονται ένα από τα πιο δημοφιλή beat groups.

Το ντεμπούτο τους υπόσχεται πολλά για το μέλλον, και αυτές οι υποσχέσεις γίνονται πραγματικότητα με το πέμπτο σινγκλ του γκρουπ, το μεγαλειώδες “All Or Nothing”: γραμμένο από τον Marriott (αν και, όπως στην περίπτωση των Beatles και των Stones, τα credits όλων των συνθέσεών του πήγαιναν και σ’ εκείνον και στον Lane), το τραγούδι είναι μια συγκρατημένη αλλά δυναμική έκκληση για κατανόηση και στοργή, που απογειώνεται χάρη στις εξάρσεις του τραγουδιστή στα ρεφρέν. Το σινγκλ έφτασε στο νούμερο ένα των βρετανικών τσαρτ και ήταν σαφώς η πιο σπουδαία στιγμή του συγκροτήματος μέχρι τότε.

Ωστόσο, δεν ήταν όλα ρόδινα στο στρατόπεδο των Small Faces. Παρόλο που είχαν βγάλει ένα άκρως επιτυχημένο άλμπουμ και δύο top 3 σινγκλ, και παρόλο που είχαν περιοδεύσει ασταμάτητα στη Βρετανία και την Ευρώπη, τα οικονομικά τους ήταν σε απελπιστική κατάσταση. Ο Arden, κλασικός μάνατζερ-λαμόγιο, είχε κρατήσει τα περισσότερα κέρδη για τον εαυτό του, αμείβοντας καθένα τα μέλη του συγκροτήματος με τον πενιχρό μισθό των είκοσι λιρών την εβδομάδα. Οι Small Faces όρθωσαν τελικά το ανάστημά τους και κατάφεραν να λύσουν το συμβόλαιο που είχαν μαζί του. Έφυγαν από την Decca και υπέγραψαν συμφωνία με τη νεοσυσταθείσα εταιρεία Immediate του Andrew Loog Oldham.

Το 1967, ηχογράφησαν το μελωδικό, σχεδόν ονειρικό σινγκλ “Here comes the nice” (το “I’m Waiting for the man” των άγγλων χίπστερ, με τον πόσο-πιο-προφανές-να-το-κάνουμε στίχο “he’s always around when I need some speed”, που κατάφερε, ωστόσο, να περάσει από την λογοκρισία της εποχής) και κυκλοφόρησαν το δεύτερο τους άλμπουμ, με τίτλο και πάλι το όνομά τους. Το Small Faces της Immediate, που επίσης επανεκδίδεται αυτές τις μέρες, είναι από τα καλύτερα lp της δεκαετίας του ’60.

Επηρεασμένο από την ψυχεδέλεια, που είναι πλέον στα πολύ πάνω της, το συγκρότημα στρέφεται σε ένα πιο μελωδικό ήχο, παραδίδοντας τραγούδια πιο περίπλοκα, πιο καλοδουλεμένα και, εν τέλει, πιο όμορφα απ’ ό,τι στο παρελθόν. Το στοιχείο του r’n’b δεν έχει εκλείψει, βέβαια, ωστόσο τα τραγούδια που ακολουθούν αυτό το στυλ είναι κι αυτά πιο ώριμα και πιο αξιόλογα.

Παράλληλα με το lp, η Immediate κυκλοφόρησε τη συλλογή “From The Beginning”, με ηχογραφήσεις του συγκροτήματος από τότε που ανήκε στο δυναμικό της Decca. Το “From The Beginning”, η τρίτη από τις επανεκδόσεις αυτής της εβδομάδας, είναι λίγο καλύτερο από το πρώτο άλμπουμ του συγκροτήματος: βρώμικο r’n’b, πιασάρικη soul, πρώιμη ψυχεδέλεια, ενθουσιώδες rock ‘n’ roll συνθέτουν την παλέτα της συλλογής. Ο δίσκος περιέχει επίσης τρία από τα καλύτερά τους σινγκλ, τα προαναφερθέντα “All Or Nothing”, “Whatcha Gonna Do About It” και “Sha-la-la-la-lee”. Ο Marriott και πάλι πρωταγωνιστής: η χαρακτηριστική βραχνάδα και η εκφραστικότητά του –και οι φαζαρισμένες του κιθάρες- προσδίδουν άλλη αξία στις ηχογραφήσεις, που αλλιώς δε θα διέφεραν από των τόσων άλλων βρετανικών beat groups της εποχής. Έπειτα από το δεύτερο lp και τη συλλογή, έρχεται το πιο χαρακτηριστικό τους ίσως τραγούδι, το ψυχεδελικό “Itchycoo Park” (κάπου είχα διαβάσει πως το συγκεκριμένο τραγούδι βρίθει αναφορών στο «Φύλακα στη σίκαλη», αλλά προσωπικά αδυνατώ να τις εντοπίσω), που υπήρξε επιτυχία και στην Αμερική. Γενικά, το 1967 υπήρξε η καλύτερη και πιο παραγωγική χρονιά τους, με δύο ακόμα εξαιρετικά σινγκλ όπου η soul και η ψυχεδέλεια αναμειγνύονται αριστοτεχνικά (“I Can’t Make It” και “Tin Soldier”, αμφότερα με διαμάντια στις δεύτερες πλευρές τους).

Το 1968 επανήλθαν στις κυκλοφορίες με το σινγκλ Lazy Sunday. Το τραγούδι, με μια ατμόσφαιρα music hall (κάτι σαν αγγλικό βαριετέ) και με τον Marriott να υπερτονίζει την cockney προφορά του, ηχογραφήθηκε σαν αστείο, αλλά η Immediate το κυκλοφόρησε σε δίσκο σαράντα πέντε στροφών, παρά τη θέληση της μπάντας. Έγινε μεγάλη επιτυχία, γεγονός που εξόργισε τον Marriott, που ήθελε να αναγνωριστεί σαν ένας σοβαρός τραγουδοποιός.

Η καταξίωση που τόσο διακαώς επιθυμούσε ο Marriott –αλλά και οι υπόλοιποι Small Faces- ήρθε τελικά με το τρίτο τους άλμπουμ, το Ogden’s Nut Gone Flake – ήταν, όμως, αργά. Γραμμένο και ηχογραφημένο σε μια περίοδο που κράτησε σχεδόν ένα χρόνο, το άλμπουμ θα μπορούσε να έχει απογειώσει το συγκρότημα. Αντ’ αυτού, υπήρξε απλώς ένα πολύ επιτυχημένο κύκνειο άσμα. Το Ogden’s Nut Gone Flake –το τέταρτο και τελευταίο μέρος αυτής της σειράς επανεκδόσεων- δεν είναι τίποτα λιγότερο από ένα αριστούργημα. Το άλμπουμ είναι χωρισμένο σε δύο μέρη, το καθένα από τα οποία καταλαμβάνει μια πλευρά του δίσκου βινυλίου: το πρώτο είναι μια συλλογή τραγουδιών, με διάφορες επιρροές, από ψυχεδέλεια και soul, μέχρι καμπαρέ και heavy rock – ευτυχώς δεν υπάρχει καθόλου πρώιμο prog. Το δεύτερο είναι ένα μεγαλειώδες ψυχεδελικό παραμύθι, γύρω από την προσπάθεια ενός ανθρώπου να ανακαλύψει που πηγαίνει το φεγγάρι όταν δεν έχει πανσέληνο (εντάξει, ήταν τα sixties). Οι Small Faces βρίσκονται στην καλύτερη φάση της καριέρας τους, παικτικά και συνθετικά, και χειρίζονται με τον καλύτερο τρόπο τις επιρροές τους. Τα τραγούδια –παρόλο που είναι εξαιρετικά- δεν αφήνουν τον Marriott να κάνει επίδειξη των φωνητικών του ικανοτήτων. Στο τρίτο άλμπουμ του συγκροτήματος είναι οι υπόλοιποι Small Faces που πρωταγωνιστούν, ιδιαίτερα ο μπασίστας Lane κι ο πληκτράς McLagan.

Το Ogden’s Nut Gone Flake υπήρξε κριτικά και εμπορικά επιτυχημένο κι έμεινε έξι εβδομάδες στην κορυφή των βρετανικών τσαρτ. Ο Marriott, ωστόσο, ονειρευόταν ήδη τη διαφυγή του. Κανείς δεν μπορεί να εξηγήσει τι ήταν αυτό που τον έκανε να ασφυκτιά σαν μέλος των Small Faces – ίσως ήταν το γεγονός πως το συγκρότημα δεν είχε ακόμα καταφέρει να απαλλαγεί από τη ρετσινιά του ποπ γκρουπ. Το σίγουρο είναι πως ο τραγουδιστής είχε πια βαρεθεί. Έκανε μια προσπάθεια να φέρει στο συγκρότημα τον Peter Frampton, αλλά οι υπόλοιποι αρνήθηκαν. Τελικά τους εγκατέλειψε, στις 31 Δεκεμβρίου 1968, εν μέσω μιας συναυλίας. Οι Small Faces έβγαλαν έναν ακόμα δίσκο, τη συλλογή The Autumn Stone, με τραγούδια από όλη την καριέρα τους, καθώς και τέσσερα από το τέταρτο κι ανολοκλήρωτο στούντιο άλμπουμ τους. Η εν λόγω συλλογή δεν περιλαμβάνεται στις επανεκδόσεις, και είναι κρίμα γιατί τα τραγούδια του τέταρτου δίσκου είναι όλα τους εξαιρετικά.

Όταν πια έφυγε από τους Small Faces, o Marriott σχημάτισε τους Humble Pie με τον Frampton, ενώ οι υπόλοιποι τρεις επιστράτευσαν τον Rod Stewart και τον Ronnie Wood από την μπάντα του Jeff Beck και μετονομάστηκαν σε Faces. Αμφότερα τα συγκροτήματα που προέκυψαν υπήρξαν πολύ επιτυχημένα, το πρώτο μισό της δεκαετίας του εβδομήντα. Το 1975, οι δρόμοι των Marriott, Lane, McLagan και Jones διασταυρώθηκαν ξανά. Το σινγκλ Itchycoo Park επανεκδόθηκε και οι τέσσερίς τους αποφάσισαν να ξαναφτιάξουν από την αρχή το παλιό τους συγκρότημα. Ο Lane αποχώρησε στην πρώτη κιόλας πρόβα, αλλά οι άλλοι τρεις συνέχισαν χωρίς αυτόν. Έβγαλαν δύο αδιάφορα άλμπουμ, που ευτυχώς ξεχάστηκαν γρήγορα, χωρίς να καταφέρουν κάποιο πλήγμα στην υστεροφημία του γκρουπ, κι έπειτα τράβηξε ο καθένας το δρόμο του.

Ο Kenney Jones επιστρατεύτηκε από τους Who, όταν πέθανε ο Keith Moon, κι έμεινε κοντά τους μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ογδόντα. Ο McLagan δούλεψε σαν session μουσικός και τώρα ζει στην Αμερική, παίζοντας με το συγκρότημά του. Οι δυό τους επέβλεψαν τo remastering των τεσσάρων δίσκων που επανεκδόθηκαν. Η ζωή φέρθηκε πιο σκληρά στις δύο αρχηγικές φυσιογνωμίες του γκρουπ. Ο Ronnie Lane έβγαλε διάφορους δίσκους, σόλο και με το συγκρότημά του Slim Chance, καθώς και με τον Pete Townshend. Τον χτύπησε, όμως, η σκλήρυνση κατά πλάκας, καθώς και τα οικονομικά προβλήματα. Δεν μπόρεσε ποτέ να ορθοποδήσει και πέθανε το 1997. Λίγο καιρό μετά το θάνατό του, αποκαλύφθηκε πως αυτός που πλήρωνε για τη θεραπεία του ήταν ο παλιός του συνεργάτης στους Faces, o Rod Stewart. Ο Marriott, που δεν είχε ποτέ διαχειριστεί έξυπνα τις εκδοτικές του συμφωνίες και τα πνευματικά του δικαιώματα, και που ατύχησε να έχει μια σειρά από κακούς (με όλες τις έννοιες της λέξης) μάνατζερ, δεν κατόρθωσε να κάνει τίποτα αξιόλογο, μετά τη δεύτερη περίοδο των Small Faces. Πέρασε τη δεκαετία του ογδόντα δίνοντας αναρίθμητες συναυλίες, προκειμένου να επιβιώσει, κι όσοι είχαν την τύχη να τον δουν, μιλούν για έναν εξαιρετικό περφόρμερ που τα έδινε όλα στη σκηνή. Ηχογράφησε διάφορους δίσκους, στους οποίους λάμπει αυτή η εξαιρετική φωνή του αλλά των οποίων το υλικό είναι συνήθως αδιάφορο. Συνεργάστηκε με τον Lane στο συγκρότημα The Majik Mijits, ωστόσο, οι ηχογραφήσεις τους δεν είδαν το φως της ημέρας μέχρι το 2000. Κάηκε ζωντανός στο σπίτι του, το 1991. Είχε μόλις ξεκινήσει τις ηχογραφήσεις ενός καινούριου δίσκου με τον Peter Frampton.

Ευτυχώς, αυτό που μένει είναι πάντα τα τραγούδια. Οι Small Faces έγραψαν κάμποσα τέτοια, πολλά απ’ τα οποία εξαιρετικά, μερικά δε αριστουργηματικά. Η σκέψη πως θα μπορούσαν να έχουν καταφέρει περισσότερα αν είχαν μείνει μαζί, εκεί στα τέλη της δεκαετίας του εξήντα, δεν αφαιρεί τίποτα από τον μύθο τους. Είναι, έτσι κι αλλιώς, μια από τις καλύτερες μπάντες όλων των εποχών και τώρα με αυτές τις επανεκδόσεις, μπορούμε να τους ανακαλύψουμε από την αρχή.