Παράλληλα με την ανάγνωση το μυαλό γεννά υποθέσεις αλλά και βεβαιότητες για όσα λέγονται στις σελίδες αλλά κυρίως για όλα εκείνα που κρύβονται από πίσω. Ο συγγραφέας είναι ο μοναδικός που μπορεί να δώσει κάποιες απαντήσεις, να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει. Η Μαρία Ξυλούρη γεννήθηκε στις 12 Μαρτίου του 1983 στην Κρήτη. Σπούδασε ψυχολογία. Σήμερα ζει στην Αθήνα και εργάζεται ως κειμενογράφος. Το πρώτο της μυθιστόρημα, “Rewind” (Καλέντης, 2009), ήταν υποψήφιο για το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα του περιοδικού “Διαβάζω” το 2010. Δεύτερό της μυθιστόρημα το “Πώς τελειώνει ο κόσμος” (Καλέντης, 2012). Τον Δεκέμβριο του 2011 τιμήθηκε με μία από τις τρεις υποτροφίες συγγραφής που απονεμήθηκαν κατά τη διάρκεια του 1ου Φεστιβάλ Νέων Λογοτεχνών, που διοργάνωσε το ΕΚΕΒΙ. Το προσωπικό της ιστολόγιο είναι το “Δωμάτιο Πανικού“.

Την ανάγνωση του Rewind ακολούθησε το Πώς τελειώνει ο κόσμος. Η επιθυμία να “ανακρίνω” τη Μαρία Ξυλούρη οξύνθηκε. Της το ζήτησα, εκείνη δέχτηκε και ιδού το αποτέλεσμα!

Αν και γεννημένη το 1983, έχεις ήδη στο ενεργητικό σου δύο μυθιστορήματα. Ακούγεται εντυπωσιακό…

Πολλοί συνομήλικοί μου έχουν στο ενεργητικό τους ένα, δύο, ίσως και περισσότερα βιβλία – οπότε όχι, δεν το βρίσκω και πολύ εντυπωσιακό. Πριν από μερικές μέρες ανακάλυψα στο τουίτερ ένα δωδεκάχρονο κορίτσι, από τις ΗΠΑ, αν θυμάμαι καλά, που έχει ήδη εκδώσει (αυτοεκδώσει, για να είμαι ακριβής) το πρώτο μέρος μιας σειράς φάνταζι. Αυτό είναι μάλλον εντυπωσιακότερο. (Πάντως, μου φαίνεται απίθανο να είναι όντως καλή σε αυτήν την ηλικία.)


Συνάντησες δυσκολίες στην αναζήτηση εκδοτικού οίκου για το πρώτο σου βιβλίο;

Το Rewind εκδόθηκε από τον πρώτο και μοναδικό εκδότη στον οποίο το έστειλα, πράγμα που απ’ όσο ξέρω είναι μάλλον σπάνιο.

Θεωρείς ότι οι σπουδές σου στην ψυχολογία επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο πλάθεις τους χαρακτήρες σου και το πώς αυτοί δρουν;

Ένας από τους λόγους που διάλεξα την ψυχολογία ήταν ακριβώς αυτός: ήλπιζα (παιδιάστικα) ότι θα με βοηθούσε στο να στήσω ολοκληρωμένους, πειστικούς χαρακτήρες.

Έχω ξαναπεί ότι δεν θέλω να βλέπω τους ήρωές μου σαν λίστα συμπτωμάτων ή κλινικές περιπτώσεις. Δεν έχω δίπλα μου ανοιχτό το DSM να τσεκάρω συμπτώματα, δεν ξεκινάω έχοντας στο μυαλό μου μια ψυχοπαθολογία που θέλω να καταγράψω. Εξάλλου, δεδομένου ότι δεν ασκώ το επάγγελμα -γι’ αυτό και δεν δηλώνω ψυχολόγος-, μου λείπει και η τριβή, η εμπειρία που θα μου επέτρεπε να το κάνω σωστά. Οπότε, θα έλεγα ότι οι σπουδές δεν έχουν περισσότερη επίδραση στο γραπτό απ’ ό,τι όλα τα υπόλοιπα – διαβάσματα, ακούσματα, εμπειρίες κ.λπ.

Η αίσθηση που μου άφησε η ανάγνωση των δύο βιβλίων σου είναι πως πίσω τους κρύβονται πολλά τετράδια γεμάτα με σημειώσεις και προσχέδια. Ανταποκρίνεται αυτή μου η αίσθηση στην πραγματικότητα;

Γενικά ξεκινάω πάντα από το χειρόγραφο, η δακτυλογράφηση έρχεται δεύτερη. Το να ξεκινήσω απευθείας στον υπολογιστή με δυσκολεύει πολύ.

Μόνο για την τελευταία εκδοχή του Πώς τελειώνει ο κόσμος (δεν μετράω τις προγενέστερες εκδοχές, πολλά από τα τετράδια των οποίων χάθηκαν σε μετακομίσεις και ξεκαθαρίσματα) γέμισα δέκα τετράδια. Από αυτά, το ένα περιέχει σχεδόν αποκλειστικά σημειώσεις για τη δομή του βιβλίου, τη χρονική αλληλουχία, τα ονόματα των ηρώων κ.λπ.

Στο όργιο δασοκτονίας πρέπει να προστεθούν οι αλλεπάλληλες εκτυπώσεις κάθε κεφαλαίου, ώσπου, εκτύπωση την εκτύπωση και διόρθωση τη διόρθωση, να φτάσω στο τελικό κείμενο που παρέδωσα στον εκδότη. (Σημ.: Μια γεύση από όλα αυτά τα χειρόγραφα εδώ )

Υπάρχουν συγκεκριμένα μέρη που προτιμάς να γράφεις;

Γενικά προτιμώ να γράφω εντός σπιτιού και όχι εκτός. Έχω πάντα ένα τετράδιο στην τσάντα μου, αλλά ακόμα κι αν σκεφτώ κάτι, θα περιμένω μέχρι να βρεθώ στο γραφείο ή στο σπίτι ή τέλος πάντων μακριά από βλέμματα για να την σημειώσω. (Παλιότερα δεν είχα τέτοιους ενδοιασμούς.)

Ένα ενδιαφέρον στοιχείο είναι πως οι ηρωίδες σου, αν εξαιρέσουμε τη Φανή, έχουν ρόλο σημαντικό μα συχνά βουβό. Αντίθετα, οι άντρες έχουν «φωνή». Υπάρχει κάποια εξήγηση γι’ αυτό;

Νομίζω (ή ίσως ελπίζω) ότι ακόμα και η συγκάτοικος με τα ραμμένα χείλη στο Rewind αυτό που έχει να πει το λέει, και μάλιστα μεγαλόφωνα – όπως και η μικρή θεία της Φανής που βουβαίνεται προοδευτικά στο Πώς τελειώνει ο κόσμος. Στο κάτω κάτω οι παύσεις, οι παραλείψεις, τα κενά, οι σιωπές έχουν τον ρόλο τους μέσα σε ένα βιβλίο.

Παραδέχομαι πάντως ότι η δική τους φωνή ίσως είναι δυσκολότερο να ακουστεί (υπάρχουν, όμως, συγκεκριμένοι λόγοι γι’ αυτό σε κάθε βιβλίο), όπως επίσης και ότι μάλλον με ενδιαφέρει περισσότερο η ανδρική σκοπιά. Ίσως επειδή μου είναι πιο σκοτεινή, κι αυτό δημιουργεί μια ενδιαφέρουσα δυσκολία στον χειρισμό.


Αγία ελληνική οικογένεια, αυτοκτονία, ευθανασία… Θέματα ταμπού για την ελληνική κοινωνία. Αποτελούν για σένα τροφή για συλλογισμό ή υλικά για το χτίσιμο της ιστορίας;

Ξεκινάω να γράφω έχοντας στο μυαλό μου ορισμένες ερωτήσεις τις οποίες διερευνώ. Συχνά αισθάνομαι ότι δεν βρίσκω καν την απάντηση, απλώς διατυπώνω πιο ξεκάθαρα την ερώτηση και τις παραλλαγές της. Το γράψιμο είναι ανακάλυψη, πρωτίστως για μένα και στη συνέχεια, ελπίζω, και για τον αναγνώστη. Με άλλα λόγια, αν ξεκινούσα να γράψω γνωρίζοντας ακριβώς τι θέλω να πω δεν θα υπήρχε λόγος να γράψω μυθοπλασία.

Το ζήτημα της αυτοκτονίας, για παράδειγμα, μου είναι ενδιαφέρον ακριβώς λόγω αυτής της ακραίας άρνησης – πώς φτάνει κανένας να πει δεν θέλω να ζήσω; Και πώς συνεχίζουν οι γύρω να ζουν μετά από αυτό το δεν θέλω να ζήσω; Πώς ζεις παρόλα αυτά; Στο Πώς τελειώνει ο κόσμος διάλεξα, παρότι έτσι θα γέμιζε το βιβλίο πτώματα –όπως και έγινε–, να οργανώσω γύρω από τον κεντρικό αυτόχειρα, τον Δημήτρη, ένα σύστημα αντικατοπτρισμών –άνθρωποι που έχουν ζήσει από κοντά αυτήν την ιστορία στις παραλλαγές της, ξανά και ξανά– προσπαθώντας να εξετάσω αυτό το ερώτημα.

Οπότε, για μένα δεν υφίσταται δίλημμα μεταξύ τροφής και υλικού: είναι και τα δυο.

Αλλά και στοιχεία μεταφυσικού…

Το μεταφυσικό στοιχείο, τουλάχιστον σε επίπεδο προθέσεων (και φυσικά οι προθέσεις δεν έχουν πάντα ιδιαίτερη σχέση με το τελικό αποτέλεσμα, για το οποίο κρίνεται ένα βιβλίο) μπαίνει στα βιβλία μου κυρίως σε μια προσπάθεια να αποδοθεί κάτι από το ακατανόητο της εμπειρίας: ποτέ δεν μπορείς να τη μεταφέρεις σε κάποιον στο σύνολό της, μένει πάντα ένα κατακάθι που δεν χωράει σε λέξεις. Αλλά κι από τις λέξεις πάντα κάτι διαφεύγει – είναι ανεπαρκείς, τελικά.

Ιδιαίτερη αναφορά στους Τόμας Πίντσον, Ντέηβιντ Φόστερ Γουάλας και Πολ Όστερ. Τι είναι αυτό που τους κάνει ξεχωριστούς για σένα;

Να πω πρώτα ότι υπάρχουν πολλές ακόμα αναφορές, ιδίως στο δεύτερο βιβλίο, άλλες κρυμμένες, άλλες φανερές. Ειδικά στο Πώς τελειώνει ο κόσμος, εφόσον πολλοί από τους ήρωες είναι παθιασμένοι αναγνώστες, θεώρησα δεδομένο ότι τα διαβάσματά τους θα πρέπει να υπάρχουν στο βιβλίο, ακριβώς όπως οι υπόλοιπες εμπειρίες τους: τα διαβάσματα ως μέρος της βιογραφίας τους. Το Infinite Jest και η ιστορία του Γουάλας, για παράδειγμα, μπήκε στο βιβλίο στο πλαίσιο των αντικατοπτρισμών που ανέφερα και παραπάνω· ο γάτος του Δημήτρη ονομάστηκε Χαρούκι από αγάπη στον Μουρακάμι.

Έχω περάσει πάρα πολλές ώρες διαβάζοντας τα βιβλία και των τριών, οπότε είναι κομμάτια και της δικής μου βιογραφίας – ένας από τους λόγους που τους ξεχωρίζω είναι ότι στα βιβλία τους βρίσκω διατυπώσεις για δικές μου σκέψεις που δυσκολευόμουν να χωρέσω σε λέξεις. Φυσικά υπάρχουν κι άλλοι λόγοι – η σχέση αναγνώστη και συγγραφέα είναι πολύπλοκη.

Υπάρχουν και άλλοι στην προσωπική λίστα με τους ξεχωριστούς;

Ο Ζοζέ Σαραμάγκου, ο Ντέιβιντ Μίτσελ, ο Αντρέας Φραγκιάς, ο Ρομπέρτο Μπολάνιο, η Λίντια Ντέιβις, ο Στρατής Τσίρκας, ο Πέρσιβαλ Έβερετ, και πολλοί άλλοι, όλοι ανάκατα.

Η ανάγνωση λογοτεχνίας σε περιόδους δημιουργίας πιστεύεις πως μπορεί να προκαλέσει σύγχυση στο συγγραφέα;

Εξαρτάται από τον συγγραφέα. Καθένας γράφει με τον δικό του τρόπο, τους δικούς του κανόνες, και δεν υπάρχει μια συγγραφική συνταγή που να κάνει σε όλους. Συχνά μπορεί και από βιβλίο σε βιβλίο ο ίδιος συγγραφέας να ανακαλύψει ότι πρέπει να γράψει με διαφορετικό τρόπο.

Αυτό που κάνω εγώ –στο κάτω κάτω, μόνο τον δικό μου τρόπο δουλειάς μπορώ να ισχυριστώ ότι ξέρω καλά– είναι ότι περιορίζω τον αριθμό των βιβλίων που διαβάζω όταν γράφω. Το γράψιμο παίρνει πολύ χρόνο, και καταλαβαίνεις ότι ειδικά όταν δεν είναι η μοναδική σου δουλειά ο χρόνος είναι λιγοστός. Επιπλέον, προσπαθώ να περιορίζω και το εύρος των διαβασμάτων μου: διαβάζω συγγραφείς που ξέρω καλά και πράγματα που σχετίζονται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, με αυτό που γράφω. Με άλλα λόγια, διαβάζω προσπαθώντας να υποστηρίξω τον κόσμο του βιβλίου που γράφω.

Έχεις κάτι καινούργιο στα σκαριά ή είναι νωρίς ακόμα;

Από όταν παρέδωσα στον εκδότη το Πώς τελειώνει ο κόσμος, τον Μάιο του 2011, έχω γεμίσει δεκατρία τετράδια. Τώρα ξεκίνησα το δέκατο τέταρτο. Οπότε, ναι, υπάρχουν πράγματα στα σκαριά, αλλά θα αργήσουν να ολοκληρωθούν.

Του Γιάννη Καλογερόπουλου (http://no14me.blogspot.com/)
(Βασική Φωτογραφία: Freddie F.) 

Διάβασε επίσης...
Μαρία Ξυλούρη – Πώς τελειώνει ο κόσμος
Τρία χρόνια πριν στο Rewind (εκδόσεις Καλέντη), ο Πέτρος στέκεται και παρακολουθεί τη Φανή να ξεμακραίνει παρέα με τον Ορέστη και τον κοντό που ακούει Κέιβ. Pause. Η παγωμένη εικόνα μετακινείται στα δεξιά. Ο Πέτρος βγαίνει εκτός κάδρου. Play. Ο Ορέστης επιστρέφει στο σπίτι όπου έμεναν με τη Φανή πριν από ...
Συνέχεια...
Μαρία Ξυλούρη – Πώς τελειώνει ο κόσμος