Τι κάνεις όταν θέλεις σώνει και καλά να γίνεις σκηνοθέτης σε μια χώρα όπου το λεξικό (βλέπε Τεγόπουλος – Φυτράκης) μπορεί να ορίζει το επάγγελμα ως «καλλιτέχνης που αναλαμβάνει τη σκηνοθεσία κινηματογραφικής ταινίας», αλλά στην πραγματικότητα είναι συνώνυμο του κατατρεγμένου ζητιάνου;
Τα τρως απ’ το μπαμπά σου, καταθέτεις σενάριο στο EKK και κλαις τη μοίρα σου αν δεν εγκριθεί, ή κάνεις την καρδιά σου πέτρα και κάνεις ταινία με ότι έχεις (δηλαδή τους φίλους σου να δουλεύουν τζάμπα);
Ρωτήσαμε μια σειρά από νέους δημιουργούς και ιδού τι μας απαντήσανε:

Το πρόσωπο: Ο Βαρδής Μαρινάκης είναι από άλλο ανέκδοτο. Μετά από δύο μικρού μήκους, αντί να κάνει το αναμενόμενο – δηλαδή μια αυτοβιογραφική ταινία καταστάσεων με χαμηλό προϋπολογισμό – αποφάσισε να εντρυφήσει σε ένα δράμα εποχής (Το Μαύρο Λιβάδι), με πρωταγωνιστή ένα γενίτσαρο που ερωτεύεται μια νεαρή μοναχή μέχρι που ανακαλύπτει ότι είναι αγόρι! Όχι, δεν τον απήγαγαν εξωγήινοι, απλώς αποφάσισε να ανατρέψει τις αισθητικές συμβάσεις του είδους, με λίγη βοήθεια από τον παιδικό του φίλο και πρόεδρο του Πανιώνιου (αθάνατη ομαδάρα!) Κωνσταντίνο Τσακίρη, που χρηματοδότησε κατά το ήμισυ την ταινία.
Το story: Η Ανθή, μια έφηβη μοναχή, μεγαλώνει σε γυναικείο μοναστήρι επί Τουρκοκρατίας. Τη γαλήνη του μοναστηριού έρχεται να ταράξει ένας Γενίτσαρος, που καταφτάνει βαριά τραυματισμένος. Η νοσοκόμα της μονής περιθάλπει τον τραυματία, εκπαιδεύοντας παράλληλα την Ανθή ως βοηθό της. Σύντομα, Ανθή και Πολεμιστής έρχονται κοντά. Η Ηγουμένη εντωμεταξύ αποφασίζει να τον παραδώσει στις αρχές έναντι αμοιβής, αλλά η Ανθή τον βοηθά να δραπετεύσει και καταφεύγει μαζί του στο γειτονικό δάσος, όπου αποκαλύπτεται ένα τρομερό μυστικό: η Ανθή είναι αγόρι.

Βλέπω ότι αποφεύγεις τη λέξη Γενίτσαρος όπως ο διάολος το λιβάνι!
Δε μου βγαίνει αυτή η λέξη, σου βγάζει Παπαφλέσσα, σου βγάζει ταινία του ’70, σου βγάζει Alter. Λες, «Πάμε να γελάσουμε!»
Είναι μια επικίνδυνη ταινία, όπως και να το κάνεις…
Ναι, αλλά απ’ την άλλη το βρίσκω τρομερά ενδιαφέρον. Γιατί δεν είναι ιστορική ταινία, έχει να κάνει με κρίση ταυτότητας, είναι υπαρξιακή, ερωτική, δεν ξέρω πως αλλιώς να το πω. Η ιστορία είναι απλά το υπόβαθρο. Εμένα συγκεκριμένα δεν μου αρέσουν οι ταινίες εποχής, γιατί οι περισσότερες είναι βαρετές. Έχουν μια φοβερή θεατρικότητα, οι χαρακτήρες είναι καρικατούρες, δεν έχουν τίποτα να σε συναρπάζει.
Άρα ξεκίνησες να κάνεις το Μαύρο Λιβάδι με σκοπό να ανατρέψεις όλα όσα θα περίμενε κάνεις από μια ελληνική ταινία.
Ναι, είναι κάτι που είχα συνεχώς στο μυαλό μου, αλλά δεν με πίστευε κάνεις!
Ούτε κι εμείς το πιστεύαμε για να σου πούμε την αλήθεια.
Ούτε κι εγώ το πιστεύω ακόμα! Το δεύτερο στοίχημα, πέραν της εικόνας, είναι και το θέμα της ομιλίας. Ένα άλλο απαίσιο πράγμα που συμβαίνει στις ταινίες εποχής είναι όταν ο άλλος ανοίγει το στόμα του…

Είναι αυτή η θεατρικότητα που έλεγες…
Ναι, εκεί πια κλαις! Εντάξει, τα νέα ελληνικά είναι μια τολμηρή επιλογή, αλλά δεν αντέχω να ακούω να μιλάνε Παπαδιαμάντη. Δεν έχω κρατήσει τίποτα από ντοπιολαλιές και γραφικότητες γιατί δεν μπορώ να τις ακούω. Και γενικά στην ταινία ακολουθήσαμε το ένστικτό μας. Και το μοναστήρι δεν είναι ένα κανονικό μοναστήρι…
Είναι γενικά η δική σας ερμηνεία του πως θα έπρεπε να είναι μια ταινία εποχής.
Οι δυσκολίες μας έφεραν ταυτόχρονα και ιδέες: μοναστήρι π.χ. δεν θα μας έδιναν με τίποτα οπότε το Παλαμήδι μας έσωσε. Βυζαντινό κεραμίδι δεν θα δεις πουθενά! Πολλές αποφάσεις πάρθηκαν ενστικτωδώς, όπως και το γεγονός ότι ένα κορίτσι υποδύεται το αγόρι. Γενικά υπάρχουν πολλές παγίδες στο είδος.
Αυτό πως και το αποφάσισες; Δηλαδή να βάλεις ένα κορίτσι να παίζει το αγόρι αντί για ένα αγόρι ντυμένο κορίτσι;
Αυτό αποφασίστηκε από μόνο του. Ξεκινήσαμε το κάστινγκ απ’ τις κοπέλες, που ήταν και το πιο εύκολο. Εγώ, γράφοντας το σενάριο, είχα πάντα στο μυαλό μου ότι ο ρόλος θα πήγαινε σε κοπέλα. Αγόρια στην ουσία δεν είδαμε πολλά. Η Σοφία (Γεωργοβασίλη, η πρωταγωνίστρια) ήταν η πρώτη που είδα και είχαμε φοβερή χημεία. Είναι φοβερά ενστικτώδης ηθοποιός, χωρίς ιδιαίτερες τεχνικές, και έχει τρομερά κινηματογραφικό παίξιμο.
Το γεγονός ότι επέλεξες να πλαισιώσεις δυο νέους ανθρώπους με δοκιμασμένους ηθοποιούς του θεάτρου, ήταν για να βοηθήσεις λίγο την κατάσταση σε περίπτωση που δεν σου έβγαινε;
Και ο Χρήστος (Πασσαλής, ο πρωταγωνιστής) ήτανε ρίσκο, γιατί ήταν η πρώτη του ταινία, κι αν τον έβλεπες πως ήταν πριν από έξι μήνες…. Ο σωματότυπός του ήταν τελείως διαφορετικός. Αδύνατος κτλ. δεν το συζητάμε!

Εγώ τον είδα ρωμαλέο στις φωτογραφίες!
Μα πήρε δέκα κιλά, έκανε γυμναστήριο, έμαθε να ιππεύει! Πραγματικά μου άρεσε πάρα πολύ που άλλαξε η ζωή του και είδε κάποια πράγματα διαφορετικά. O Χρήστος το αντριλίκι το σιχαινόταν και αυτή η ταινία θίγει πολλά ζητήματα φύλου. Γι’ αυτό και τον επέλεξα. Θα μπορούσα να πάρω κάποιον που να ταιριάζει εξ’ αρχής στο ρόλο του Γενίτσαρο, ενώ ο Χρήστος αντίθετα έχει μια ευγενική φυσιογνωμία. Και η Σοφία, κάνοντας το αγόρι, αμφισβήτησε πολλά πράγματα μέσα της.
Οι θεατρικές ηθοποιοί που διάλεξες (Δέσποινα Μπεμπεδέλη, Μαρία Πανουργιά, Δέσποινα Κούρτη, Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη, Ράνια Οικονομίδου) μου άρεσαν πολύ. Έχουν ένα μπρίο που τις ξεχωρίζει από τους ανθρώπους του κινηματογράφου.
Εγώ κάποια στιγμή, αφού είχε γίνει η επιλογή, μου φάνηκε ότι έδειξα έλλειψη φαντασίας σε σχέση με το βασικό κάστινγκ. Θα μου πεις, ΟΚ, πειραματίστηκα στους πρωταγωνιστές…
Είστε προετοιμασμένοι ψυχολογικά γι’ αυτό που θα συμβεί όταν να βγει η ταινία;
Ανησυχούμε λίγο…
Κι εγώ θα ανησυχούσα στη θέση σας.
Φαντάζομαι τι λέγατε την ώρα που ερχόσασταν!
Η αλήθεια είναι ότι νομίζαμε ότι θα δούμε πανοπλίες. Ευτυχώς δεν υπάρχουν ντοκουμέντα. Δεν έχει καταγραφεί!
Πολύ μου αρέσει που διαψευστήκατε!

Οικονομικά πως αντιμετώπισες το γεγονός ότι μια ταινία εποχής ενδεχομένως θα κόστιζε παραπάνω;
Δεν το είχα συνειδητοποιήσει απ’ την αρχή. Ότι δηλαδή είναι μια μεγαλύτερη ταινία απ’ ότι θα έπρεπε να κάνω ως πρωτοεμφανιζόμενος. Αποφάσισα να την κάνω επειδή το θέμα ήταν δυνατό. Μπορούσα να το πω σε τρεις προτάσεις και ο άλλος να σχηματίσει αμέσως μια εικόνα στο μυαλό του. Ενώ υπάρχει μια τάση απ’ τους νέους σκηνοθέτες να κάνουν ταινίες με ασαφή θέματα, που είναι σχεδόν ανύπαρκτα.
Ναι, ταινίες καταστάσεων.
Στην πραγματικότητα ο όγκος είναι μεγάλος, αλλά το απολαμβάνω γιατί έχουμε δημιουργήσει ένα κόσμο λίγο διαφορετικό απ’ τα συνηθισμένα.
Όσον αφορά την αναζήτηση πόρων, πέρα από το ΕΚΚ, πως κινήθηκες; Φαντάζομαι ότι θα ήταν δύσκολο.
Συνέβη ως εκ θαύματος χάρη σε ένα παιδικό μου φίλο, τον Κωνσταντίνο Τσακίρη, που αυτή τη στιγμή είναι πρόεδρος του Πανιώνιου.
Τι μου λες; Έμενα χρόνια Νέα Σμύρνη και ο Πανιώνιος είναι η αδυναμία μου!!
Η ταινία είναι Πανιωνική, γιατί τα μισά λεφτά προέρχονται από τον Κωνσταντίνο! Είχαμε χαθεί τα τελευταία χρόνια, αλλά στο σχολείο ήμασταν κολλητοί. Κάποτε μου είχε πει ότι την πρώτη σου ταινία θα σου τη χρηματοδοτήσω εγώ. Άκουσε κάπου ότι θα κάνω ταινία και μια μέρα μου έρχεται ένα μήνυμα που λέει: «Πριν από δέκα χρόνια σου είπα ότι θα χρηματοδοτήσω την πρώτη σου ταινία. Μην ξεχνάς πως ότι λέω το κάνω!». Και όντως έτσι έγινε. Χωρίς αυτά τα λεφτά δεν θα γινόταν τίποτα!!
Εσύ πως το βλέπεις για μετά;
Μετά θα με πάρει το Χόλιγουντ, θα πάω στη Γαλλία να κάνω ταινίες, θα φέρω εδώ μεγάλες παραγωγές, όπως το Mamma Mia 2 κτλ.! Αλλά με Έλληνες ηθοποιούς. Παρωδία της παρωδίας!
Στο καλό και με τη νίκη!

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: Μυρτώ Αποστολίδου
