Αυτός ο Μακμπέθ (δεν) σκότωσε τον ύπνο.
Με ένα ensemble cast και έναν σκηνοθέτη που έχει κερδίσει, εδώ και αρκετά χρόνια, την εκτίμησή μας και με ένα από τα πιο δυνατά κείμενα του Σαίξπηρ (και της παγκόσμιας δραματουργίας ολόκληρης, για να είμαστε ειλικρινείς) η παράσταση Μακμπέθ μας είχε δημιουργήσει (παν)υψηλές προσδοκίες. Και κάπως σαν να γκρεμοτσακίστηκαν οι προσδοκίες μας αυτές από τη σιδερένια σκάλα του μεγαλοπρεπούς σκηνικού της παράστασης (δια χειρός Έλλης Παπαγεωργακοπούλου) που ξεχώρισε και ως το μοναδικό μεγαλειώδες στοιχείο της εν τέλει.
“Μήπως έφταιγε που είναι πρεμιέρα και είναι τόσο σφιγμένοι οι ηθοποιοί;” άκουγα να σχολιάζεται στο διάλειμμα της παράστασης. Μα το πρόβλημα δεν ήταν το τρακ και η αγωνία των ηθοποιών αλλά η έλλειψη μιας κεντρικής ιδέας.
Πέρα από το μεγαλοπρεπές σκηνικό που κάλυπτε, σε διάφορες ενδιαφέρουσες αισθητικά παραλλαγές δημιουργώντας ένα εικαστικό τοπίο που άξιζε την προσοχή μας, και τη μοντερνιτέ των κοστουμιών, βεβαίως, από πλευράς στησίματος και ερμηνείας των ηθοποιών το ανέβασμα του Θωμά Μοσχόπουλου δε διέθετε καμία κεντρική ιδέα. Μικρά πνευματώδη στοιχεία σε διάφορες σκηνές, ναι. Αλλά η κεντρική ιδέα που θα έδινε χαρακτήρα στην παράσταση παρέμεινε απούσα. Όπως απούσα έμοιαζε και η σκηνοθεσία τόσο της χωροταξικής διάταξης των ηθοποιών όσο και του διαλόγου μεταξύ τους.
Οι ερμηνευτές έμοιαζαν να απευθύνονται αποκλειστικά σε εμάς τους θεατές δίχως να δίνουν καμία σημασία στην αλληλεπίδραση των λόγων τους με εκείνους των υπολοίπων που συναντούσαν στη σκηνή. Λόγια σαφώς σκηνοθετημένα. Με παύσεις και χρωματισμούς που, συχνά, μας έκαναν να αναρωτιόμαστε για το τί ακριβώς λένε και αν εξακολουθούμε να ακούμε το κείμενο του Σαίξπηρ (σε εξαιρετική μετάφραση του Δημήτρη Δημητριάδη). Η εικόνα, σε γενικές γραμμές, έμοιαζε πιο σημαντική για το σκηνοθέτη από όσο ο λόγος. Δε μπορούμε να φανταστούμε, για παράδειγμα, πώς άφησε την Ξένια Καλογεροπούλου να μιλάει την ώρα που το σκηνικό αλλάζει και οι μηχανισμοί του κάνουν τόσο θόρυβο που τα λόγια της πνίγονται.
Ο Αργύρης Ξάφης, ως Μακμπέθ, ήταν, πάντως, αυτός που μας τρόμαξε περισσότερο από όλους (το σφίξιμο που λέγαμε πριν) καθώς βλέποντας τις φλέβες του να πετάγονται στο πρόσωπό του ανησυχούσαμε μήπως πάθει εγκεφαλικό ενώ το άγχος (και δικό του και δικό μας) εναλλασσόταν αστραπιαία με πλήρη νωχελικότητα, ραθυμία και πραότητα που δεν μας έπειθε για την τρέλα στην οποία βρίσκεται ο ήρωας του Σαίξπηρ ο οποίος, εν προκειμένω, όχι απλώς δεν είχε σκοτώσει τον ύπνο αλλά τον είχε αγκαλιάσει γλυκά.
Η Λαίδη Μακμπέθ Άννα Μάσχα, την οποία ανυπομονούσαμε να ξανασυναντήσουμε στο θέατρο, μας έδινε την εντύπωση πως έχοντας κερδίσει την απόλυτη εμπιστοσύνη του σκηνοθέτη αφέθηκε να τα βγάλει πέρα μόνη της με το ταλέντο της και τη δυναμική της χωρίς να ασχοληθεί μαζί της.
Άλλωστε τόσο ο Αργύρης Ξάφης όσο και η Άννα Μάσχα υπήρξαν βασικοί συνεργάτες του Θωμά Μοσχόλοπουλου όπως και πολλοί άλλοι ηθοποιοί από αυτόν τον θίασο συνόλου στον οποίο, τελικά, ξεχωρίσαμε τον Γιώργο Παπαγεωργίου και την αναμενόμενα δυνατή ερμηνεία του Κώστα Μπερικόπουλου.
Το πρόβλημα της συγκεκριμένης παράστασης, συνοψίζοντας, δεν είναι πως είναι κακή. Είναι, όμως, το ότι δεν είναι τόσο καλή όσο θα μπορούσε να είναι βάσει των συστατικών που διαθέτει. Και αυτό, όσο να το πεις, απογοητεύει. Πολύ.
Το έργο
Ο στρατηγός Μακμπέθ, επιστρέφοντας νικητής από τη μάχη συναντά στο δρόμο τρεις μάγισσες που του προλέγουν ότι θα γίνει Βασιλιάς. Παρακινούμενος τότε από την αχαλίνωτη φιλοδοξία τη δική του αλλά και της συζύγου του δολοφονεί τον φιλοξενούμενό του Βασιλιά Ντάνκαν και καταλαμβάνει το θρόνο της Σκωτίας. Διατηρώντας, όμως, στη μνήμη του τη προφητεία των μαγισσών ότι ο φίλος του, στρατηγός Μπάνκο, θα αποκτήσει τέκνα που θα γίνουν Βασιλιάδες, επιφορτίζει δύο δολοφόνους να φονεύσουν τον Μπάνκο. Ο Μακμπέθ τρελαίνεται, η Λαίδη Μακμπεθ έχει βουτηχτεί στο νευρικό κλονισμό και στο τέλος πεθαίνει (χωρίς να μάθουμε το πώς και γιατί) και ο Βασιλιάς περιμένει το τέλος του που, σύμφωνα με τις μάγισσες, δεν θα έρθει προτού το δάσος του Μπέρναμ κινήσει προς τον Μακμπέθ η ζωή του οποίου δεν κινδυνεύει από χέρι κάποιου που τον γέννησε μάνα.
Μετάφραση: Δημήτρης Δημητριάδης
Σκηνοθεσία: Θωμάς Μοσχόπουλος
Σκηνικά-Kοστούμια: Έλλη Παπαγεωργακοπούλου
Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος
Βοηθός σκηνοθέτης: Τάσος Αγγελόπουλος
Επιμέλεια κίνησης: Χρήστος Παπαδόπουλος
Βοηθός σκηνογράφου-ενδυματολόγου: Ευαγγελία Θεριανού
Παραγωγή: Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών
Εκτέλεση παραγωγής: Polyplanity
Διεύθυνση παραγωγής: Μαρία Δούρου, Γιολάντα Μαρκοπούλου
Ερμηνεύουν: Αργύρης Ξάφης, Άννα Μάσχα, Ξένια Καλογεροπούλου, Κώστας Μπερικόπουλος, Θάνος Τοκάκης, Γιώργος Χρυσοστόμου, Αστέρης Πελτέκης, Γιώργος Παπαγεωργίου, Δημήτρης Νασιούλας, Κωνσταντίνος Βουδούρης
Η παράσταση παρουσιάζεται με αγγλικούς υπέρτιτλους
18 Ιανουαρίου – 25 Φεβρουαρίου 2012
Ημέρες και Ώρες παραστάσεων
Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο, Κυριακή στις 20.30
Τιμές εισιτηρίων
15-18-28 € | Φοιτ.-Νεανικό-65+-ΑΜΕΑ: 10-15 €
Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών
Λεωφόρος Συγγρού 107-109
Τηλ: 210 9005800
www.sgt.gr


