tzamiotis_1Λίγες μόλις ημέρες πριν την έκδοση του έκτου βιβλίου του “Η πόλη και η Σιωπή”  από τις εκδόσεις Καστανιώτη , συνομιλήσαμε με τον συγγραφέα μεν τόσο προσωπικό και ιδιαίτερο τρόπο γραφής που σίγουρα ξεχωρίζει

Παρατηρώντας τις λίστες με τις επικείμενες εκδόσεις, με χαρά αντίκρυσα το όνομά σας. Τι μεσολάβησε όλα αυτά τα χρόνια;

Είμαι της άποψης πως όταν δεν έχεις να πεις κάτι σημαντικό, καλύτερα να σιωπάς.

Καιροί σίγουρα δύσκολοι, είναι όμως ταυτοχρόνως και ενδιαφέροντες;

Για μας που τη ζούμε αναπόφευκτα ναι. Ωστόσο τι καθιστά ξεχωριστή μια εποχή; ένας Σαίξπηρ ή ένας Χίτλερ. Διαλέγει κανείς και παίρνει.

Πείτε μας δύο λόγια για το νέο σας μυθιστόρημα, η Πόλη και η Σιωπή, που θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες.

Η ιστορία έχει ως εξής: Σε μια Αθήνα που αποσυντίθεται και καταρρέει, ο Αργύρης Τρίκορφος, ιδιοκτήτης άλλοτε μιας ακμάζουσας οικογενειακής βιοτεχνίας κουμπιών, πασχίζει να ξανασταθεί στα πόδια του δουλεύοντας ως ταξιτζής. Τα πραγματικά του προβλήματα όμως αρχίζουν την ημέρα που βρίσκει στο αυτοκίνητό του ένα ξεχασμένο τσαντάκι γεμάτο λεφτά. Προσπαθώντας να κάνει το σωστό, παρασύρεται σε μια προσωπική περιπέτεια που τον φέρνει αντιμέτωπο με όλους και με όλα: απ’ την οικογένεια, τους φίλους και τους συναδέλφους του ως την Αστυνομία και… τα ΜΜΕ.

Είναι ένα βιβλίο περιπλάνησης στους δρόμους της σημερινής Αθήνας. Ένα μυθιστόρημα για την ατομική ευθύνη, τη συμπόνια και τη γενναιοδωρία. Ένα σχόλιο για το σύγχρονο τρόπο ζωής από την πλευρά κάποιου που άθελα του σχεδόν, διαφοροποιείται από το κυρίαρχο μοντέλο, αντιπαρατίθεται στον κοινωνικό παραλογισμό και την αναλγησία, επιμένει να πράττει το σωστό και φυσικά το πληρώνει ακριβά.

Το σύνολο του συγγραφικού σας έργου αποπνέει μια ιδιαίτερη αγάπη για την γερμανόφωνη λογοτεχνία. Μιλήστε μας λίγο για τις επιρροές σας, τους συγγραφείς και τα έργα εκείνα που σας σημάδεψαν και σας καθόρισαν ως άνθρωπο, δημιουργό και αναγνώστη.

Θα μου επιτρέψετε να διευκρινίσω, πως μόνο εν μέρει ισχύει η διαπίστωσή σας. Πράγματι ενδιαφέρομαι ιδιαίτερα για ένα κομμάτι της γερμανόφωνης λογοτεχνίας αλλά το ενδιάφερον μου είναι κάπως ιδιοτελές. Συγγραφείς όπως ο Μπροχ, ο Μούζιλ, ο Έσσε, ο Τσβάιχ, ο Ροτ, αλλά και πιο πρόσφατοι σαν τον Μπέρνχαρντ και την Γέλινεκ, για να αναφέρω μόνον ορισμένους, ασκούν πάνω μου ιδιαίτερη γοητεία, Ίσως γιατί αυτή η γερμανόφωνη λογοτεχνία δεν είναι καθόλου αντιπροσωπευτική της κοινωνίας που την γέννησε. Σχεδόν άπαντες οι σημαντικοί γερμανόφωνοι συγγραφείς είναι δύστροποι, απαξιωτικοί, ξεμπροστιάζουν την υποκρισία που τους κυκλώνει από παντού, την γελοία ματαιοδοξία του ανθρώπινου δυτικού μυρμηγκιού που πιστεύει πως βλέπει καθαρά επειδή έσκαψε βαθύτερα, έχτισε ψηλότερα, απλώθηκε μακρύτερα, καταπίεσε και σκότωσε περισσότερους απ’ άλλους.  Με άλλα λόγια πρόκειται για μια θρηνητική λογοτεχνία που αναζητά την χαμένη ψυχή ή το απολεσθέν νόημα ενός ολόκληρου πολιτισμού.

Από την άλλη εξίσου (αν όχι περισσότερο) οικείους αισθάνομαι συγγραφείς που ουδεμία σχέση έχουν με τον Δυτικό κανόνα. Πάρτε για παράδειγμα τον Γιασάρ Κεμάλ, έναν πραγματικά μεγάλο μυθιστοριογράφο. Αν και κουρδικής καταγωγής, αμιγώς ανατολίτης δηλαδή, η τέχνη του κουβαλά τόση σωρευμένη γνώση και ανθρωπισμό, όσο το υπόδειγμα του αναγεννησιακού ανθρώπου, με τη διαφορά πως ο Κεμάλ έχει αίσθηση της αρμονίας που οφείλει να διέπει τις σχέσεις ανθρώπου και φύσης σε αντίθεση με το τερατώδες ολίσθημα του δυτικού πολιτισμού που αποφάσισε να βλέπει τη φύση μονάχα ως παραγωγικό εργαλείο.  Από την άποψη αυτή αισθάνομαι προνομιούχος. Βρισκόμαστε σε σταυροδρόμι. Μπορούμε να είμαστε εξίσου δυτικοί και ανατολίτες. Αυτή είναι η παράδοση μας. Να συνυπάρχουν μέσα μας, στη γλώσσα μας, στις αντιλήψεις μας, στο βλέμμα μας, στις καθημερινές συνήθειες μας και στις μεγαλύτερες αποφάσεις μας, η Ανατολή και η Δύση, ο Βορράς και ο Νότος, το παλιό και το καινούργιο. Μόνο λίγη παραπάνω αυτοπεποίθηση να διαθέταμε και θα βλέπαμε πως δεν πρόκειται για μπέρδεμα αλλά για πρώτης τάξεως ευκαιρία.

Επειδή όμως με ρωτήσατε ποιοι με διαμόρφωσαν ως συγγραφέα πρέπει να σας πω το εξής: Ο Βουτυράς της αλάνθαστης μεθοδικότητας, ο αυθεντικά κοσμοπολίτης Τσίρκας, ο νηφάλια αντιμιλιταριστής Μπεράτης, ο Πικρός και η ταπεινότητα του, ο Φραγκιάς της κρυστάλλινης ηθικής, ο Καμπανέλλης της γλυκόπικρης μελαγχολίας, ο Κοτζιάς των  ουσιαστικών μοντέρνων τρόπων, αυτούς θεωρώ δασκάλους μου, στα δικά τους χνάρια προσπαθώ να πατάω.

tzamiotisΚαι η ενασχόληση με το θέατρο παρούσα στα μυθιστορήματά σας.

Διδάσκεται κανείς από το θέατρο οικονομία, αφαίρεση, ακριβή σκόπευση. Διδάσκεται ακόμη τον περιορισμό της αναπνοής, το πεπερασμένο των δυνατοτήτων του σώματος, την αναγκαιότητα των σωστών δόσεων σκοταδιού και φωτός. Όλα αυτά είναι πράγματα που προσπαθώ να θυμάμαι όταν γράφω μια ιστορία.

Πώς αντιμετωπίζετε την τάση μιας μερίδας ομοτέχνων σας να κινούνται θεματικά γύρω από την οικονομική και κοινωνική κρίση, με όρους θα λέγαμε νεορεαλιστικούς;

Κάθε χώρος έχει τους καιροσκόπους του, η λογοτεχνία δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση. Η πορνογραφία του πόνου της μιζέριας, της φτώχειας, της υπερεκμετάλλευσης μιας ευδιάκριτης επικαιρότητας, δεν αποτελεί τίποτα πρωτότυπο. Σας θυμίζω ωστόσο πως υπάρχει ακόμη η πορνογραφία της νοσταλγίας και ενός συνταγογραφημένου παρελθόντος που υπηρετεί το δήθεν ιστορικό μυθιστόρημα, η πορνογραφία της εύκολης συγκίνησης που υπηρετεί το ρομάντζο, η πορνογραφία των σκοτεινών δυνάμεων πίσω από τη λειτουργία του κόσμου που υπηρετεί το κατασκοπευτικό μυθιστόρημα, η πορνογραφία της ανίκητης μηχανής που υπηρετεί ένα τμήμα της επιστημονικής λογοτεχνίας, η πορνογραφία των κοινωνικών στερεότυπων και της τελικής κάθαρσης που υπηρετεί σημαντικό κομμάτι της αστυνομικής λογοτεχνίας και τόσα άλλα. Τίποτα απ’ όλα αυτά όμως δεν είναι λογοτεχνία, στην πλειονότητά τους είναι σκέτη πορνογραφία.  Ας μην μείνουμε όμως σ’ αυτές τις περιπτώσεις.

Ανέκαθεν οι συγγραφείς, τουλάχιστον οι καλοί συγγραφείς, λειτουργούσαν ως κεραίες της εποχής τους, ανεξαρτήτως της μορφής που επέλεγαν να υπηρετήσουν. Θα ήταν παράδοξο έως και ύποπτο αν έκλειναν τα μάτια σε όσα συντελούνται γύρω τους. Η λογοτεχνία δεν είναι διαφήμιση για να αποφεύγει την πραγματικότητα, δεν είναι ιστορική μελέτη για να την εξετάζει από απόσταση ασφαλείας και σίγουρα δεν είναι μέσο εφησυχασμού των πολλών ή εργαλείο στα χέρια λίγων.

Σας βεβαιώνω ωστόσο πως και τσελεμεντέ να επιχειρήσει να συντάξει κανείς,  οφείλει να λάβει υπόψη του αν και πόσα απ’ αυτά που προτείνει να βάλουν οι άνθρωποι στην κατσαρόλα τους αφθονούν ή σπανίζουν. Πώς λοιπόν να γράψεις μυθιστόρημα, διήγημα ή ποίημα, να στήσεις δηλαδή ολόκληρους κόσμους, αφήνοντας απ’ έξω την αλήθεια;

Δεν είναι κάπως νωρίς ακόμα;

Η λογοτεχνία πέρα απ’ όλα τα άλλα είναι και στοίχημα. Αναμφίβολα μια από τις χάρες της είναι αυτή η ελευθερία να πηγαινοέρχεται αληθοφανώς στο χρόνο. Έχω ωστόσο την πεποίθηση ότι όσο πηγαίνει κανείς προς τα πίσω ή προχωρά εμπρός, τόσο μειώνει τα ρίσκα που παίρνει και γίνεται λιγότερο γενναίος και γενναιόδωρος. Δεν γίνεται διαφορετικά, όπως ο σοβαρός  ηφαιστειολόγος πρέπει να φτάσει μέχρι το χείλος του κρατήρα, έτσι και ο συγγραφέας οφείλει να αναμετριέται με την εποχή του. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη πρόκληση από το σήμερα. Ο Ντοστογιέφσκι ήξερε πολύ καλά τι έλεγε όταν παρότρυνε τους νεώτερους να ξεκοκαλίζουν εφημερίδες και να αντλούν από εκεί τα θέματα τους.  Και ύστερα ποιος ορίζει την χρονική «καταλληλότητα»; Θα βρείτε εξαιρετικούς σύγχρονους ιστορικούς που τεκμηριώνουν απολύτως πειστικά πως γεγονότα όπως η ελληνική επανάσταση του 1821 ή ο εμφύλιος, δεν έχουν ολοκληρώσει τον κύκλο τους.  Θα έπρεπε να μην εκτιμάμε τον Μακρυγιάνη επειδή  κατέθεσε ό,τι κατέθεσε μάλλον «εν θερμώ»; Θέλω να πω πως δεν είναι το θέμα που επιλέγει ο καθένας κάθε φορά, αλλά ο τρόπος, ο τρόπος είναι που πρέπει να μας ενδιαφέρει. Όχι το τι, αλλά το πώς και το γιατί.

Έχουμε άραγε λόγους να είμαστε ικανοποιημένοι με την εγχώρια λογοτεχνική παραγωγή; Υπάρχουν διαμάντια κρυμμένα πίσω από τη ροζ συννεφιά;

Η «ροζ συννεφιά» όπως εύσχημα λέτε ήταν πάντοτε εδώ μα δεν εμπόδισε τις προηγούμενες γενιές να αφήσουν το στίγμα τους.  Οι προηγούμενες γενιές μάλιστα, εκτός της αισθητικής του απολιτικού ρομάντζου, που κυριαρχούσε στα λαϊκά περιοδικά και τις φτηνές εκδόσεις, ως το θέατρο και τον κινηματογράφο, είχαν να αντιμετωπίσουν το μαύρο σύννεφο της κρατικής λογοκρισίας  και ακόμη χειρότερα για τους σημαντικότερους εξ αυτών,  το κόκκινο σύννεφο του κόμματος που καταταλαιπώρησε αξιότατους δημιουργούς και πιθανά στέρησε από την ελληνική γραμματεία σημαντικές καταθέσεις. Για φανταστείτε να είναι κανείς ο Τσίρκας, να έχει γράψει τις ακυβέρνητες πολιτείες,  και να πρέπει να ανέχεται πότε τους βλακώδεις περιορισμούς μιας επικίνδυνης, εκδικητικής εξουσίας και πότε τις εξίσου ανόητες παρατηρήσεις ενός άξεστου και στενόμυαλου κομισάριου μόνο και μόνο επειδή έτυχε να είναι ανώτερος απ’ αυτόν στο κόμμα;

Από την άλλη, ειδικά οι νεώτεροι αναγνώστες λογοτεχνίας, ως πιο ανοχύρωτοι στον πολιτισμικό ιμπεριαλισμό των δύο, άντε τριών κυρίαρχων γλωσσών, τείνουν συχνά να συγκρίνουν την ελληνική παραγωγή με τα επιτεύγματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, παρατηρούν έπειτα τα αποτελέσματα αυτής της σύγκρισης και καταλήγουν απογοητευμένοι να απαξιώνουν εντελώς το σύγχρονο ελληνικό μυθιστόρημα και διήγημα. Κατά την γνώμη μου πρόκειται για άνιση και μάλλον άγονη διαδικασία. Ας πάρουμε για παράδειγμα την (επιτρέψτε μου τον χαρακτηρισμό) υποδειγματική σειρά ξένης λογοτεχνίας του Καστανιώτη. Εκατοντάδες καλά, πολύ καλά, κάποτε-κάποτε αριστουργηματικά βιβλία, διαλεγμένα σε βάθος δεκαετιών από μια δεξαμενή εκατομμυρίων τίτλων.  Ναι, εκατομμυρίων τίτλων. Δεν γράφουμε πολύ μόνον εδώ, συμβαίνει παντού. Στη Δύση μάλιστα συμβαίνει από καιρό. Κάπου διάβαζα ότι από την εποχή του Μπαλζάκ  έως σήμερα έχουν δημοσιευτεί μόνο στη Γαλλία εκατόν πενήντα χιλιάδες λογοτέχνες. Αντιλαμβάνεστε το νούμερο; Στην Ελλάδα πάλι την τελευταία δεκαπενταετία, εικοσαετία, εκδίδονται περίπου πεντακόσιοι-εξακόσιοι τίτλοι πεζογραφίας το χρόνο. Και στατιστικά να το δει κανείς, αντιλαμβάνεται ότι δεν μπορεί να έχουμε κάθε χρόνο τριάντα ή πενήντα αξιόλογα βιβλία. Γράφονται όμως αξιοπρόσεκτα βιβλία και υπάρχουν καλοί συγγραφείς  που αποτυπώνουν με ενδιαφέροντα τρόπο την εποχή μας.  Ωφέλιμο είναι λοιπόν να θυμόμαστε που και που πως οι ευθύνες του συγγραφέα σταματούν με το τελείωμα του έργου του, η υποδοχή όμως βαραίνει όλους εμάς τους υπολοίπους.

Πώς αντιμετωπίζετε το άνοιγμα νέων βιβλιοπωλείων, μικρών και με προσωπικότητα και την αποκέντρωση της παραδοσιακής αγοράς βιβλίου;

Ασφαλώς θετικά. Ο παθιασμένος και ενημερωμένος βιβλιοπώλης που επιμένει να λειτουργεί ενάντια στον σύγχρονο μπαμπούλα που λέγεται «νόμοι της αγοράς» πρέπει να θεωρείται αναντικατάστατος. Η διεθνής και κατόπιν η εγχώρια εμπειρία των πολύ μεγάλων βιβλιοπωλείων, μας έχει διδάξει αρκετά. Ξέρουμε πια πως τόσο μεγάλα σχήματα εξυπηρετούν μόνο μαζικές επιλογές και τις ανάγκες μιας τρέχουσας επικαιρότητας. Δεν απευθύνονται σε αναγνώστες, προμοτάρουν μόνο έναν θορυβώδη καταναλωτισμό.

Τα ηλεκτρονικά βιβλία κερδίζουν ολοένα και μεγαλύτερο μερίδιο στη αγορά και συνοδεύονται από απόψεις εκ διαμέτρου αντίθετες, ποιες είναι οι δικές σας σκέψεις;

Νομίζω πως όσο οι άνθρωποι γοητεύονται από τις ιστορίες, όσο αντλούν ικανοποίηση και συγκίνηση διαβάζοντας, η λογοτεχνία δεν πρόκειται να χαθεί.  Θα αλλάξει σίγουρα αλλά ποιο απ’ τα ανθρώπινα παραμένει αμετάβλητο; Αν εκλείψει κάτι στην περίπτωση που επιβληθεί απόλυτα το ηλεκτρονικό βιβλίο θα είναι ίσως η τέχνη της τυπογραφίας. Για αιώνες τα βιβλία πέρα από περιεχόμενο ήταν και αισθητικά αντικείμενα. Δεν μιλώ απαραίτητα για μεμονωμένες εκδόσεις Τέχνης που απευθύνονται σε συλλέκτες αλλά για βιβλία προσιτά στον καθέναν. Εμείς ειδικά στην Ελλάδα, τα τελευταία χρόνια απολαμβάνουμε βιβλία πολύ υψηλού εκδοτικού επιπέδου.

Η επικείμενη κυκλοφορία σας βρίσκει με κάποια καινούρια ιστορία να σας απασχολεί;

Καλώς ή κακώς πάντα υπάρχει μια ιστορία που περιμένει να γραφτεί. Έπειτα θα το γνωρίζετε, από τη στιγμή που τελειώνει κανείς ένα βιβλίο μέχρι την μέρα που αυτό κυκλοφορεί περνούν αρκετοί μήνες. Διάστημα υπερ αρκετό για να «αναρρώσει» κανείς. Για να μην πολυλογώ, ολοκληρώνω μια νουβέλα.

 

Το μυθιστόρημα  του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη, “Η πόλη και η Σιωπή”, θα κυκλοφορήσει από τις Εκδόσεις Καστανιώτη. 

Διάβασε επίσης...
Μαρία Φακίνου – Η Αρχή του κακού
Η πραγματικότητα ξεπερνά συχνά τη φαντασία, αποτελώντας το πρώτο σπέρμα έμπνευσης για τον δημιουργό και τότε, δύο αφηγηματικοί δρόμοι ξεδιπλώνονται εμπρός του για να επιλέξει· από τη μία, ο δρόμος της παραβολής που υπαινίσσεται, από την άλλη, ο δρόμος του καθάριου ρεαλισμού που κατονομάζει. Ο υπαινιγμός περιβάλλεται συχνά από ένα ...
Συνέχεια...
Μαρία Φακίνου – Η Αρχή του κακού