ΕΧΕΙ σίδερα η καρδιά μου να σε κλείσει – και να σε φυλακίσει. Η ανάγκη για έναν άλλο άνθρωπο και για συντροφικότητα ταΐζεται από την φοβία της εγκατάλειψης και την ξενοφοβία — και μεταμορφώνεται σε ένα τέρας κτητικής μανίας που γρυλίζει χορτασμένο, κλειδωμένο πίσω από πελώρια κάγκελα. Αλλά τουλάχιστον, όχι μόνο του.

Η υπόθεση έχει ως εξής (δώστε βάση). Νευρωτική φρεσκοχωρισμένη φιλόλογος εθισμένη στα ηρεμιστικά (ναι, η Ράντου, που το καταλάβατε) συλλαμβάνει σπίτι της έναν αλλοδαπό διαρρήκτη (τον λαθραίο πλην τίμιο Ορφέα Αυγουστίδη). Αυτός το σκάει, αλλά στον δρόμο τον χτυπάει κατά λάθος μεθυσμένος με το αμάξι του ο πρώην άντρας της Ράντου (και βαλκανιονίκης Πυγμαλίων Δαδακαρίδης) και τον αφήνει για νεκρό. Προφανώς στην συνέχεια, ο σακάτης Αυγουστίδης καταλήγει στο ίδιο δωμάτιο νοσοκομείου με τον πατέρα της Ράντου που πάσχει από Αλτσχάιμερ (ο Μπάμπης Γιωτόπουλος στον καθιερωμένο πια ρόλο του) , προσπαθώντας (μαζί με τον ψιλομαφιόζο φίλο του) να θυμηθεί τα στοιχεία του αυτοκινήτου, ενώ ο άντρας της Ράντου (και βαλκανιονίκης μην ξεχνάμε) βρίσκει καταφύγιο στο διαμέρισμα τους για να κρυφτεί από την μαφία. Αυτή αρπάζει την ευκαιρία, σε ένα αποκορύφωμα απελπισίας, και εκμεταλλεύεται την καλπάζουσα ξενοφοβία του για να τον ξανακρατήσει κλειδωμένο σπίτι της, “κατάδικο της” (κλείσιμο ματιού).

(κάπου εκεί, πέρα δώθε, τριγυρίζει και ο Μιχάλης Ιατρόπουλος σε συμπαθητικό κομπαρσικό ρόλο να γκρινιάζει για την καρδιά και τα ράμματα από την εγχείρηση, αλλά μην σας απασχολήσει και ιδιαίτερα)

Η κατάσταση του εγκλεισμού (με εντυπωσιακά θεόρατα και ασφυκτικά κάγκελα να χωρίζουν σκηνή/ηθοποιούς και θεατές) αργεί να εμφανιστεί μέχρι το δεύτερο μισό της πλοκής του νέου θεατρικού έργου των Ράντου, Γανωτή, Σταυρακούδη, αλλά η θεματική της παθολογικής κτητικότητας, της παρανοϊκής ξενοφοβίας, της αλληλοεξάρτησης και αλληλοκαταπίεσης μέσα σε μια σχέση, αλλά και του φόβου της εγκατάλειψης και της μοναξιάς εκφράζονται σχεδόν σε κάθε σκηνή.  Πίσω από τα φαρσικά μπλεξίματα και το ομολογουμένως έξυπνο χιούμορ (πολύ μακριά από τις καθιερωμένες εύκολες τηλεοπτικίστικες ατάκες του μοντέρνου εμπορικού ελληνικού θέατρο), οι χαρακτήρες αλληλεπιδρούν και απελευθερώνονται με αφοπλιστική αναπάντεχη ειλικρίνεια και αποδεικνύονται ενοχικά οικείοι, παραδίδοντας τις ελευθερίες τους και κάνοντας διαρκείς υποχωρήσεις προκειμένου να ηρεμήσουν τις φοβίες τους και την μικρή φωνή που τους μουρμουρίζει πως θα πεθάνουν μόνοι, καταλήγοντας να αποδέχονται ακόμα και μια φυλακή δικής τους εφεύρεσης.

Η Ελένη Ράντου είναι συγκινητική στον ρόλο της, πιο νευρωτική αλλά και πιο ευάλωτη από συνήθως, και για ένα μικρό διάστημα ανάμεσα στα δυο μέρη, σπάζοντας τα κάγκελα που χωρίζουν σκηνή και πλατεία, άμεση και επικοινωνιακή με το κοινό, αποδεικνύοντας ότι ξέρει πολύ έξυπνα και ακομπλεξάριστα να χειρίζεται την δημοτικότητα της. Ο Ορφέας Αυγουστίδης τελειοποιεί αυτό το στερεότυπο “καλοκάγαθος και γλυκούλης μετανάστης με σπαστά ελληνικά” θύμα του σκληρού ρατσιστή Έλληνα (με τον Δαδακαρίδη να κυκλοφορεί στη μισή παράσταση με μπλουζάκι που φωνάζει την συμβολική του αξία), δίνοντας όμως στο ρόλο του αληθινή καρδιά.

Και γιατί όχι. Χαλάλι μια δόση στερεοτυπικούρας για λίγη γλύκα. Η παράσταση φαίνεται ορισμένες στιγμές υπερβολικά politically correct και ταγμένη να περάσει το μήνυμα της ενάντια στην ξενοφοβία, και είναι ίσως το καταλληλότερο μέσο για αυτό το σκοπό, καταφέρνοντας με το εμπορικό της περιτύλιγμα και το σαρκαστικό χιούμορ να φτάσει ένα mainstream κοινό το οποίο δεν θα μπορούσε αλλιώς να αγγίξει. Στα πλαίσια αυτού του μηνύματος θα ήθελα να είχα δει (όσο  καλοταιριασμένο και αν είναι όλο το καστ και όσο υπέροχα δουλεμένες/ρεαλιστικές είναι οι προφορές τους) και κάποιους ξένους ηθοποιούς στους αντίστοιχους ρόλους αντί για έναν αμιγώς Ελληνικό θίασο.

Εξαιρετική τέλος, όπως πάντα στο Θέατρο Διάνα, η παραγωγή και ειδικότερα η σκηνογραφία της παράστασης, με την Μαγιού Τρικεριώτη να λειτουργεί αφαιρετικά, εκμεταλλευόμενη συνεχώς την περιστρεφόμενη σκηνή για να κινηθεί ανάμεσα στους διαφορετικούς χώρους του έργου, χρησιμοποιώντας πανέξυπνα και ευρηματικά προβολές και χωρίς να φοβάται όταν οι δραματικές κορυφώσεις του έργου το απαιτούν να αφεθεί ολοκληρωτικά σε έναν ανατριχιαστικό σουρεαλισμό, είτε περιορίζοντας, είτε απελευθερώνοντας ολοκληρωτικά τα όρια της σκηνή της.

 


ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ :
Σκηνοθεσία : Γιώργος Παλούμπης
Σκηνικά : Μαγιού Τρικεριώτη
Κοστούμια : Μανώλης Γαλετάκης
Φωτισμοί : Κατερίνα Μαραγκουδάκη
Κίνηση : Αντιγόνη Γύρα
Μουσική επιμέλεια : Κώστας Ζήκος
Video art : Ακης Πολύζος
Φωτογραφία : Ορφέας Εμιρζάς

ΠΑΙΖΟΥΝ :
Ελένη Ράντου, Πυγμαλίων Δαδακαρίδης, Ορφέας Αυγουστίδης, Μιχάλης Ιατρόπουλος, Δημήτρης Καπετανάκος και ο Μπάμπης Γιωτόπουλος

ΗΜΕΡΕΣ ΚΑΙ ΩΡΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΩΝ :
Τέταρτη : 20:15
Πέμπτη : 20:15
Παρασκευή : 21:15
Σάββατο : 18:30 & 21:30
Κυριακή : 19:30

ΤΙΜΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ :
Τετάρτη, Πέμπτη και Παρασκευή : 20 €
Σάββατο και Κυριακή : 22 €
Εξώστης : 18 €
Φοιτητικό : 15 €
Άνεργοι : 15 €

Διάρκεια: 150′

7