Σχεδόν δέκα χρόνια μετά το “Middlesex”, ο Τζέφρι Ευγενίδης επιστρέφει με το τρίτο του μυθιστόρημα.

Έχοντας προηγουμένως προσεγγίσει –με λεπτότητα και οξυδέρκεια, και, εν τέλει, εξαιρετικά επιτυχημένα- θέματα όπως η αυτοκτονία, η γονική καταπίεση, ο ερμαφροδιτισμός, η ταυτότητα, ο ελληνοαμερικανός συγγραφέας στρέφεται τώρα προς δύο πιο απλά αφηγηματικά μοτίβα: το ερωτικό τρίγωνο και την ιστορία ενηλικίωσης. Επιλέγοντας για ήρωές του τρεις φοιτητές – δύο άντρες και μία γυναίκα – του πανεπιστημίου Μπράουν (πανεπιστήμιο στο οποίο φοίτησε και ο ίδιος) και παρακολουθώντας τους από τη στιγμή της αποφοίτησής τους, το 1982, ως το τέλος του καλοκαιριού της επόμενης χρονιάς, ο Ευγενίδης προσπαθεί να θυμηθεί ο ίδιος και να εξηγήσει στους αναγνώστες του τι σημαίνει να είσαι νέος, μπερδεμένος, ερωτευμένος και να προσπαθείς να βρεις το δρόμο σου σε μια περίοδο ύφεσης.

Για όποιον έχει διαβάσει κάποιο από τα προηγούμενα βιβλία του Ευγενίδη, είναι περιττό να αναφέρουμε πως ο συγγραφέας των «Αυτοχείρων παρθένων» ξέρει να γράφει. Όχι απλώς ξέρει να γράφει, είναι γεννημένος για αυτό το πράγμα. Δείχνει ικανός να περιγράψει οτιδήποτε θέλει, να αποδώσει στο χαρτί οποιαδήποτε ψυχική κατάσταση, οποιαδήποτε καιρική συνθήκη, οποιαδήποτε πράξη και συναίσθημα. Βάζει πάντα στα στόματα των χαρακτήρων του τις κατάλληλες λέξεις. Τον αναγνώστη εντυπωσιάζει η ευρυμάθειά του και το πλήθος των αναγνωσμάτων του και των αναζητήσεών του (όπως, άλλωστε, εντυπωσιάζει και το βάθος της μόρφωσης που μπορεί να λάβει κάποιος -αν το θέλει-, φοιτώντας σε ένα αμερικανικό πανεπιστήμιο, στοιχείο βασικό στο υπό εξέταση μυθιστόρημα).

Το «Σενάριο Γάμου», είναι εξαιρετικά καλογραμμένο και οι χαρακτήρες του δομημένοι στιβαρά και ολοκληρωμένα (η πολυδιαβασμένη, συγκροτημένη και αφοσιωμένη Μάντλιν· ο ακαταμάχητος γυναικάς, πανέξυπνος φοιτητής αλλά και μανιοκαταθλιπτικός Λέναρντ· ο θρησκευόμενος αλλά ερωτοχτυπημένος Μίτσελ, που ταξιδεύει σε τρεις ηπείρους αναζητώντας το νόημα της ζωής). Ο τρόπος με τον οποίο τελειώνει το βιβλίο, σαν ένα μεταμοντέρνο σχόλιο πάνω στα βικτωριανά μυθιστορήματα με «παντρολογήματα» που τόσο αρέσουν στην Μάντλιν, είναι επίσης ευρηματικός και προσφέρει κάτι το φρέσκο. Το μόνο τρωτό σημείο του Ευγενίδη –δεν είναι, άλλωστε, και ο Προυστ- είναι οι μακρόσυρτες προτάσεις, αλλά αυτές δεν εμφανίζονται και τόσο συχνά, κι ίσως θα έπρεπε κανείς να ψέξει την μεταφράστρια του βιβλίου για την ακαλαισθησία τους.

Το θέμα είναι ποιον αφορά το μυθιστόρημα. Διαβάζεις το βιβλίο κι αναρωτιέσαι: δεν έχουν γραφτεί αρκετά έργα για ερωτικά τρίγωνα; Δεν έχουν γραφτεί αρκετές ιστορίες ενηλικίωσης; Ποιός χρειάζεται ένα τριπλό bildungsroman;

Και δεν είναι μόνο αυτό. Το μυθιστόρημα είναι τόσο πυκνογραμμένο, με τόση προσήλωση στην λεπτομέρεια, με τόσες φιλοσοφικές συζητήσεις και εσωτερικές αναζητήσεις, με τόσες αναφορές σε άλλα βιβλία, που μερικές φορές ο αναγνώστης ασφυκτιά. Αφήνεις το βιβλίο κάτω τόσες φορές, όχι επειδή έχεις κάποια άλλη υποχρέωση, αλλά γιατί δεν αντέχεις άλλο αυτήν την παράθεση ονομάτων, τίτλων, τοπωνυμίων, αυτή την εξαντλητική ανάλυση των τριών κύριων χαρακτήρων, καθώς και τις παρεκκλίσεις που ο συγγραφέας αναγκάζεται να κάνει προκειμένου να παρουσιάσει επαρκώς –κατά τη γνώμη του- τους δευτερεύοντες χαρακτήρες.

Το Σενάριο Γάμου είναι τελικά ένα βιβλίο που απευθύνεται περισσότερο σε επίδοξους συγγραφείς –το στυλ του Ευγενίδη είναι αξιοζήλευτο- ή σε φοιτητές συγκριτικής λογοτεχνίας ή σημειολογίας, παρά στον μέσο αναγνώστη, έστω στον μέσω αναγνώστη «βαριών» βιβλίων.

Μετάφραση: Άννα Παπασταύρου
Εκδόσεις Πατάκη, 2012
622 σελ
ISBN 978-960-16-4418-9

5