Γιατί Στρίντμπεργκ και «Δεσποινίς Τζούλια» το 2009;
Γιατί βαριέμαι να βλέπω άλλο απαρχαιωμένο Στρίντμπεργκ με «γυαλισμένες μπότες» και «τραγουδάκια του μεσοκαλόκαιρου», όπως δηλαδή θα τον ανέβαζαν οι παππούδες μας αν είχαν στην κυριότητα τους το Θέατρο Κεντρικόν πριν από μια πεντηκονταετία! Το συγκεκριμένο έργο με τις απαραίτητες μετακινήσεις στο τώρα έχει πολλά να δώσει, κυρίως τροφή στο νου και πυρ σε κατοπινές συζητήσεις για την εξουσία που ασκούν δύο κόσμοι μέσα από δύο νεανικά σώματα, φρέσκα με φιλοδοξίες και τόνους υγρών προς άμεση εξωτερίκευση.
Ποια είναι τα προβλήματα που μας απασχολούν σήμερα και ποιο συσχετισμό έχουν με εκείνα της περιόδου στην οποία αναφέρεται το έργο, του τέλους του προπερασμένου αιώνα;
Αν και δεν είμαι κοινωνιολόγος θα παρέθετα από την εμπειρία μου τη μεταξύ μας συνεννόηση, την κατανόηση του άλλου, την ανεκτικότητα και τις φορεμένες ταμπέλες της κοινωνίας που μας έχουν εντελώς αποπροσανατολίσει. Τα κλισέ και πως αυτά καθορίζουν εν τέλει τις ανθρώπινες συμπεριφορές. Η μάχη για επιβολή στον άλλον ή καλύτερα ο ατελείωτος πόλεμος για να ελέγξεις τα θέλω και τα πρέπει του διπλανού σου, που τυγχάνει, βεβαίως, να σε έλκει ερωτικά και να σε ενδιαφέρει σε ένα στενότερο πλαίσιο. Λίγο πολύ όλα αυτά απασχολούσαν και τον μικρόκοσμο του Στρίντμπεργκ εκεί γύρω στα 1888. Τα πράγματα δεν αλλάζουν εύκολα, η ασχήμια και τα κόμπλεξ έχουν ριζώσει στους ανθρώπους ασχέτως αν ο χρόνος μεταβάλει τον σκηνικό διάκοσμο της «δράσης».
Η δράση μεταφέρεται στα Β.Π. Υπάρχει, θεωρείς, μια γενική αντίληψη του πώς είναι οι κάτοικοί της και η ατμόσφαιρα της περιοχής ή είναι υποκειμενικό το πώς τα βλέπει καθένας; Εσύ γιατί μεταφέρεις την ιστορία εκεί και τι θέλεις να υποδηλώσεις;
Τα ΒΠ ή τα ΝΠ, Παραλία κι έτσι, έχουν στιγματιστεί από το βλαχομπαρόκ των lifestyle εντύπων όπου η γκλαμουριά έχει μολύνει και την πλέον μελαχρινή κόμη. Αυτός ο κόσμος δεν δέχεται στις γειτονιές του μετανάστες, του έχει ξαποστείλει στο κέντρο της πόλης όπου πολλοί ζουν στοιβαγμένοι σε άθλια διαμερίσματα κάνοντας δουλειές του ποδαριού. Αυτή η αντίθεση, του καλοζωισμένου γηγενή και του πεινασμένου οικονομικού μετανάστη στήνουν ιδεολογικά την παράσταση επιφυλάσσοντας μια σειρά δραματικών συγκρούσεων. Είναι και ζήτημα πολιτικής να δεις αυτούς που η επίσημη πολιτεία έχει καταστήσει αόρατους. Με ενδιαφέρει ιδιαίτερα η κατανόηση του Ξένου σε μια Ελλάδα που από χώρα μεταναστών έγινε -δίχως να είναι σε θέση!- χώρα υποδοχής μεταναστών.
Ως δημοσιογράφος καλείσαι να βλέπεις παραστάσεις για να ενημερώσεις γι αυτές, ως ηθοποιός καλείσαι να υπακούσεις στις οδηγίες ενός σκηνοθέτη και ως σκηνοθέτης ορίζεις τη δράση που θα υλοποιήσει το όραμά σου. Οι 3 αυτές ιδιότητες μοιάζουν ιδιαίτερα συγκρουόμενες. Πώς συνδυάζονται, πόσο εισβάλλει η μία στην άλλη και πόσο αλληλεπηρεάζονται;
Ενημερώνω περισσότερο το αναγνωστικό κοινό ως θεατρολόγος. Ηθοποιός έχω πάψει χρόνια να είμαι- ήταν ιδιαίτερα ψυχαναγκαστικό σπορ για μένα. Η σκηνοθεσία μ’ ενδιέφερε πάντα και είναι ένα πεδίο που με αφορά καλλιτεχνικά. Αυτές οι ιδιότητες είναι δρόμοι ή για την ακρίβεια λεωφόροι που οδηγούν στην ίδια πλατεία! Αυτό πιστεύω και αποφεύγω τις όποιες συγκρούσεις και κακοτοπιές. Όλοι οι «δρόμοι», λοιπόν, οδηγούν …στο θέατρο.
Η κρίση μοιάζει να μην αφήνει κανέναν αλώβητο. Το θέατρο πώς το αντιμετωπίζει;
Δεν έχω ιδέα, ξαναρώτα με σε δυο μήνες, που ίσως να έχω μια πρόχειρη απάντηση.
Τι είναι αυτό που κάνει την δική σου παράσταση κάτι διαφορετικό από «μία ακόμα παράσταση» και έχει λόγο ένας θεατής να ξοδέψει χρόνο και χρήμα για να τη δει;
Το γεγονός ότι δεν είμαι «κατεστημένο». Κάνουμε θέατρο με ελάχιστα μέσα και όχι δημόσιες σχέσεις με παχυλές επιχορηγήσεις. Ίσως, αυτός να είναι ένας καλός λόγος για να αφήσει κανείς έστω και λίγο την ανοησία της τηλεόρασής του.
