Στη δεύτερη παράστασή του «¶γριοι- Ο άνδρας με τα θλιμμένα μάτια» ο Έκτορας ξεδιπλώνει την μοναδική ιδιότητά του να φτιάχνει θέατρο φυσικό και ταυτόχρονα μεταφυσικό, ξεκάθαρο και περίπλοκο, απλό και κατανοητό παρότι δυσνόητο και την εξαιρετική ικανότητά του να χειρίζεται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο ένα -ομολογουμένως- πολύ καλό ανθρώπινο υλικό που στα χέρια του απογειώνεται δίνοντας ξεχωριστή δύναμη σε ένα έργο που θα μπορούσε ίσως να χαρακτηριστεί «για λίγους». Λανθασμένα μεν, ρεαλιστικά δε. Δεδομένων των συνθηκών.

Βοηθός του Αντώνη Καλογρίδη και του Λευτέρη Βογιατζή για χρόνια, φιλόλογος (!!!) και σκηνοθέτης από την μεγάλη -του – έθνους – σχολή «Σταυράκου» προερχόμενος δεν είναι η φετινή παράσταση η πρώτη σου δουλειά.
Το 2005 στις Δοκιμές του Αμόρε σκηνοθέτησα την παράσταση «Ο ¶νδρας στο Βυθό» και έχω κάνει και δύο ταινίες μικρού μήκους που παρουσιάστηκαν σε διάφορα φεστιβάλ (σ.σ. και στο φεστιβάλ Βενετίας και επίσης πήραν και αρκετά βραβεία) και αυτή είναι η δεύτερη προσωπική δουλειά μου στο θέατρο.

Φαντάζομαι πως αποκόμισες πολλά όντας βοηθός του Λευτέρη Βογιατζή.
Τα πάντα. Παρότι δεν είναι αυτό το είδος θεάτρου που μου αρέσει (ο τόσο πελώριος έλεγχος του σκηνοθέτη) η τρομερή -εμμονική- αφοσίωσή του στη δουλειά είναι πολύ μεγάλο μάθημα και ο τρόπος του να χειρίζεται το λόγο, σαν μουσική, είναι μοναδικός. Ο Βογιατζής έχει πιο πολύ τη ματιά του ηθοποιού/σκηνοθέτη, το στήνει το έργο πολύ πάνω στον ηθοποιό, εγώ πιστεύω περισσότερο στην επέμβαση του σκηνοθέτη. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως οι ηθοποιοί δεν έχουν ελευθερία, ακόμα και κατά τη διάρκεια της παράστασης. Κάθε μέρα δοκιμάζουν διαφορετικά πράγματα. Τα συζητάμε έπειτα και κρατάμε μερικά, αλλάζουμε άλλα…

Είσαι, όμως, πάντοτε παρών στις παραστάσεις σου.
Παρατηρώ το κοινό και αλλάζω όσα δεν λειτουργούν. Στους ¶γριους, π.χ. μια από τις αλλαγές που έκανα ακριβώς επειδή στην πράξη είδα πως δεν είχε νόημα για τους θεατές ήταν το εισαγωγικό κομμάτι που μίκρυνε αισθητά. Δεν είναι πάντα εύκολο να είσαι αντικειμενικός θεατής. Από κάποια στιγμή και έπειτα είναι τόσο δικό σου αυτό που βλέπεις που δεν καταλαβαίνεις. Μπορώ να το ακούσω, να παρατηρήσω το κοινό αλλά δεν αντέχω να κοιτάζω άλλο τη σκηνή.

Διαβάζεις πολύ. Έτσι επιλέγεις τα έργα σου;
Διαβάζω πολύ αλλά στοχευμένα. Και είναι αυτός ο τρόπος μου να επικοινωνώ με τις εξελίξεις στον κόσμο και να μαθαίνω γιατί σαν άνθρωπος δεν είμαι πολύ ανοιχτός και δεν επικοινωνώ εύκολα. Το συγκεκριμένο έργο, όμως, το διάλεξε ο Γιάννης Χουβαρδάς. Στις πρώτες αναγνώσεις μου φάνηκε πιο σκοτεινό και θριλερικό ακόμα γι αυτό και είχα ήδη στο νου μου κι άλλες εκδοχές εκτός από αυτή του τσίρκου. Αλλά πάντοτε, οι συνθήκες που δημιουργούνται στο νου μου διαβάζοντας ένα έργο δοκιμάζονται στις πρόβες και διαλέγουμε αυτή που λειτουργεί καλύτερα.

ELΤο τσίρκο πως προέκυψε στο συγκεκριμένο έργο ως χώρος της πλοκής;
Έχει κάτι σκοτεινό το τσίρκο. Είναι μια κλειστή και πολύ δεμένη κοινωνία, συνήθως οικογενειακή υπόθεση, με πολύ περίεργους και ιδιαίτερους κανόνες κάπως ακριβώς σαν την πόλη που εξελίσσεται το έργο. Και ο κλόουν – ο πατέρας που δεν μιλάει- είναι τρομακτική μορφή και τα δύο αδέρφια θυμίζουν δίδυμο κωμικών Χοντρός Λιγνός, αδερφοί Μαρξ κτλ. Η οικογένεια, επίσης, λειτουργεί κάπως σαν τσαρλατάνος για να τον πείσουν να μείνει. Και τέλος το παροδικό. Αισθάνονται πως αυτή η ερήμωση είναι παροδική, πως από στιγμή σε στιγμή θα φύγουν.

Θέλει η οικογένεια να φύγει ή είναι ευτυχισμένη ζώντας σε αυτή την ημιάγρια κατάσταση, στην ερημωμένη πόλη, χωρίς ρεύμα, νερό και άλλους ανθρώπους;
Κάνουν διαρκώς σχέδια φυγής αλλά ο φόβος και το αίσθημα ασφάλειας που τους δίνει το σπίτι είναι το αντίβαρο σ’ αυτή την επιθυμία. Και αυτή είναι η μεγαλύτερη ειρωνεία στη φράση «είμαστε ασφαλείς σ’ αυτό το σπίτι». Κι όμως, μένουν σε ένα σπίτι που δεν έχουν καν το κλειδί.

Ο τρόπος με τον οποίο πείθουν τον ξένο που φτάνει στην πόλη τους να μείνει μαζί τους, χωρίς να τον εξαναγκάσουν, να τον πιέσουν, να τον απειλήσουν ή να ασκήσουν βία θυμίζει ορισμένες ταινίες του Χάνεκε.
Ο Χεντλ Κλάους παίζει σε ταινίες του Χάνεκε και είναι πολύ φίλοι και, ναι, η συνθήκη της μη βίας σε ένα τόσο βίαιο κατά τα άλλα έργο είναι παρεμφερής.

Το έργο λειτουργεί αλληγορικά;
Είναι, νομίζω, μια πολύ απλή αλληγορία για το πως βλέπει ο συγγραφέας την Ευρώπη -και την κοινωνία ολόκληρη ενδεχομένως γιατί δε νιώθω πως είναι πολιτικό το έργο αλλά ανθρωπολογικό και κοινωνιολογικό- σήμερα, την ασάφεια των συνόρων και την διαρκή παρακμή της που δεν μπορείς καν να την ορίσεις. Μάλλον πεθαίνει η κοινωνία. Μοιάζει και σαν μεταβατικό στάδιο προς την Κόλαση με έναν τρόπο.

Κι όμως, η τελική αίσθηση είναι πολύ αισιόδοξη.
Ναι, είναι μια γκροτέσκα εκδοχή της πραγματικότητας. Καταδεικνύει με πολύ έντονο τρόπο την ανάγκη των ανθρώπων να έχουν σχέσεις ακόμα και αν το περιβάλλον γύρω τους καταρρέει, διαλύεται, παρακμάζει. Και οι σχέσεις είναι δύσκολες, πολύ δύσκολες.

Το θέατρο πεθαίνει;
Κάποιες μορφές του πεθαίνουν ναι. Αλλά η ανάγκη του κοινού να παρακολουθήσει αυτό που αναπαρίσταται και προβάλλεται μπροστά στα μάτια του- είτε πρόκειται για θέατρο είτε για κινηματογράφο- δεν πρόκειται να πεθάνει ποτέ. Μπορεί να περνάει κρίση αλλά δεν πεθαίνει.

Ζεις από το θέατρο;
Όχι αυτή τη στιγμή αλλά ελπίζω πως σε 2-3 χρόνια θα μπορώ. Μην φανταστείς κάτι φοβερό, να μπορώ να ψωνίσω από το super market εννοώ, όχι να αγοράζω σωρούς Burberry’s.

Γιατί δεν ασχολείσαι με την τηλεόραση ή τη διαφήμιση, για βιοποριστικούς λόγους έστω;
Θέλει πολύ χρόνο και μεγάλη αφοσίωση, πρέπει να ξεκινήσεις σαν βοηθός ώσπου να σε μάθουν και να κάνεις δικές σου δουλειές. Είναι κρίμα να σπαταλήσω το χρόνο μου σε κάτι που δεν μου προκαλεί ενδιαφέρον μόνο και μόνο για τα χρήματα. Δεν θα έχω αρκετό χρόνο να ξοδέψω για το θέατρο και το σινεμά και είναι αυτά η προτεραιότητά μου.

Το σινεμά είναι μια εντελώς διαφορετική υπόθεση όμως.
Ναι, καταστροφή. Είναι αστείο να λέμε ξανά και ξανά πως δεν υπάρχουν χρήματα αλλά το ζήτημα είναι πως αν δεν μπορείς να πληρώσεις έστω τους τεχνικούς πως να γυρίσεις μια ταινία; Υπάρχει μια τρομακτική δυσπιστία στους νεαρούς ανθρώπους. Δύο νέοι πήραν πάλι φέτος χρήματα από το κέντρο και όλοι οι υπόλοιποι είναι πάνω από 500 χρονών. Ναι, τα σενάρια είναι επίσης πρόβλημα, ναι, δεν είναι καλά γιατί δεν ξέρουμε να ζούμε στην Ελλάδα, δεν ασχολούμαστε με τις λεπτομέρειες, με τους χαρακτήρες κτλ, δεν είναι οι καταστάσεις που μας λείπουν. Αλλά, όπως και να το κάνουμε, χρειάζεσαι τριβή για να τα καταφέρεις. Δεν μπορεί να είναι αριστούργημα η πρώτη σου ταινία. Και δεν θα κάνεις τρίτη- που μπορεί να είναι διαμάντι- αν δεν κάνεις 1-2 πριν. Φαύλος κύκλος.

Δεν θα περίμενα από εσένα που είσαι τόσο αισιόδοξος -ουσιαστικά- να έχεις παραδώσει τα όπλα πάντως.
Και πολύ καλά κάνεις. Εγώ και 40 περίπου ακόμα σκηνοθέτες της γενιάς μου αντί να γκρινιάζουμε μόνο και να μεμψιμοιρούμε προσπαθούμε να κάνουμε όλοι μαζί 2-3 σπονδυλωτές ταινίες και να το προωθήσουμε το ελληνικό σινεμά. Και όσον αφορά και εμένα προσωπικά είμαι αποφασισμένος να υλοποιήσω το σχέδιο της επόμενης ταινίας μου. Με ή χωρίς τη βοήθεια του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου.

Αυτές είναι και οι μοναδικές προσδοκίες σου από το άμεσο μέλλον;
Η προσδοκία και η επιθυμία μου είναι να μπορώ να κάνω παραστάσεις. Πολλές παραστάσεις, μεγάλες, με περισσότερους ηθοποιούς, κλασικά έργα. Και ταινίες. Το μόνο που θέλω είναι να έχω την ευκαιρία να ασκούμαι και να δουλεύω συχνά.

 


Η παράσταση του Έκτορα Λυγίζου «¶γριοι- Ο ¶νδρας με τα θλιμμένα μάτια» του Χεντλ Κλάους παίζεται στο θέατρο Αμόρε, Πριγκιπονήσων 10, Τηλ: 210 6468009

Μετάφραση: Γιώργος Δεπάστας
Σκηνοθεσία: Έκτορας Λυγίζος
Σκηνικά/ κοστούμια: Μαγιού Τρικεριώτη
Φωτισμοί: Δημήτρης Κασιμάτης
Δραματουργική επεξεργασία: Κατερίνα Κωνσταντινάτου, Παναγιώτας Κωνσταντινάτου.
Βοηθός σκηνοθέτη: Γεωργία Ψυχογυιού.
Παίζουν: Αργύρης Ξάφης, Εύη Σαουλίδου, Θάνος Σαμαράς, Βασίλης Καραμπούλας, Σωκράτης Πατσίκας.