Για κάποιους η τέχνη μοιάζει με ένα ταξίδι… Το ίδιο ισχύει και για τον Δημήτρη Ανδρεάδη που σε αντίθεση με μια προκαθορισμένη διαδρομή επέλεξε αυτή με τις περισσότερες εκπλήξεις. Στην πορεία βέβαια υπάρχουν και στάσεις και συνεχίζεις αυτή τη διαδρομή κι αν πάλι γυρίσεις ξανά πίσω στην αρχή δεν τρομάζεις γιατί είναι απλά ένας κύκλος και η ζωή έχει πολλούς… Ξέρεις ότι θα βρεθείς πάλι στο ίδιο σημείο μα ό,τι έχεις από παλιά το κρατάς σφυχτά στο χέρι σου σαν φυλαχτό και προχωράς…
Ο Δημήτρης Ανδρεάδης παρουσίασε πρόσφατα την πρώτη του ατομική έκθεση με τίτλο "Keep a light on" στην Αίθουσα Τέχνης Ιλεάνα Τούντα ενώ λίγο πριν το κλείσιμό της εμφανίστηκε στο χώρο της έκθεσης για την παρουσίαση και του υπόλοιπου μέρους της δουλειάς του που αφορά τη μουσική και τους στίχους.

Τα τελευταία χρόνια συμμετέχεις σε διάφορες εικαστικές δράσεις σε Ελλάδα και εξωτερικό. Θεωρείς ότι έχεις κερδίσει κάποιες εμπειρίες οι οποίες να φάνηκαν χρήσιμες στην πρώτη σου ατομική έκθεση στην Αίθουσα Τέχνης Ιλεάνα Τούντα;
Η εμπειρία που στάθηκε σημαντικότερη πέραν του αν έλαβε χώρα στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό, ήταν τα πρώτα ζωντανά events. Δούλευα χρόνια ζωγραφίζοντας μέσα σε bars έχοντας κοινό να με παρακολουθεί κι αυτό έδωσε στη φόρμα μου αμεσότητα, κάτι που εγώ θεωρώ ως τη μεγαλύτερη αρετή στην εικαστική γλώσσα. Ποτέ δεν υπήρξα συγκροτημένος σε ότι ήταν φανερό στο μάτι. Ήμουν χαοτικός κι εσωστρεφείς στις επιθυμίες μου και για να ανατρέψω την εικόνα μου (πράγμα πάντα χρήσιμο) έπρεπε να εκτεθώ ζωντανά.
Όσον αφορά τα ταξίδια και τη διαμονή στο εξωτερικό νομίζω ότι η κύρια λειτουργία τους είναι η ψυχρολουσία που τρως στην αρχή και το μετέπειτα ξεπέρασμά της. Κάποια στιγμή πάντως ξεφουσκώνει όλο αυτό και είσαι πάλι αντιμέτωπος με τα βασικά σου θέματα. Η έκθεση στην Ιλεάνα Τούντα σίγουρα αντανακλά την εποχή των ζωντανών δρώμενων καθώς και των μακρινών ταξιδιών.

Πέρα από τη ζωγραφική ως κύριο μέσο έκφρασης βλέπουμε ότι δε διστάζεις να μπείς και σε άλλα μονοπάτια. Ο λόγος φυσικά για την ενασχόλησή σου με τη μουσική και την ποίηση. Μάλιστα όλες αυτές οι δραστηριότητές σου συνυπάρχουν στο project "Keep a light on". Θα μπορούσες να αναφέρεις κάποια στοιχεία γι’ αυτές τις δύο παράλληλες δράσεις σου;
Όταν πρωτοσκέφτηκα τι θα γίνω στη ζωή μου, είχα πει ότι θα γίνω ποιητής… και το πίστευα. Η μουσική ήρθε από τα τέσσερα που έκατσα σε ένα πιάνο… Στο μικρό διαμέρισμα που μεγάλωσα υπήρχαν μόνο όργανα, δίσκοι και βιβλία… ούτε καν τοίχοι… τους είχαμε ρίξει για να ανοίξει λίγο ο χώρος… Οπότε αυτές οι δύο τέχνες είναι σαν οικογενειακοί φίλοι με τους οποίους μεγάλωσα μαζί. Όταν έχω όρεξη να επικοινωνήσω και να δείξω κάτι πιο προσωπικό όπως στην παρούσα έκθεση, λειτουργώ πέραν της βασικής μου εικαστικής ιδιότητας και με τις άλλες δύο τέχνες. Θα μπορούσα να αναφέρω επιρροές και αγαπημένους καλλιτέχνες αλλά πιστεύω ότι δεν έχει σημασία. Αυτό που θέλω να πετύχω είναι το κοινό που με παρακολουθεί να νιώσει και αυτό ελεύθερο να εκφραστεί με διάφορους τρόπους ανεξάρτητα με το αποτέλεσμα και το που θα καταλήξει αυτό…
Τι ρόλο έχουν οι πρωταγωνιστές των έργων σου; Ανάμεσα σε είδωλα που σηματοδοτούν μια εποχή ξεχωρίζουν και φιγούρες από το οικογενειακό σου περιβάλλον προσδίδοντας μια βιωματική προσέγγιση στα έργα σου. Έχει να κάνει το γεγονός αυτό με μια διάθεση νοσταλγίας του παρελθόντος;
Η νοσταλγία θα μπορούσε να ονομαστεί και «αποδοχή του γεγονότος του θανάτου». Δεν είναι τυχαίο ότι τα ρομαντικά ρεύματα είχαν το θάνατο μαζί με τον έρωτα στην καρδιά της θεματικής τους. Αν διαλέγω να αποτυπώσω κάτι πάνω στο φθαρτό υλικό της κούτας είναι γιατί το νιώθω να φθίνει και αργά – αργά να πεθαίνει. Είτε είναι τα οικογενειακά μου πρόσωπα είτε οι μέρες μου ξεφυλλίζοντας περιοδικά και θαυμάζοντας την ομορφιά και την ασχήμια του κόσμου, ο κοινός παρανομαστής είναι η συγκίνηση που μπορεί να συνοδεύει την απώλειά τους.
Για ποιόν λόγο επέλεξες να χρησιμοποιήσεις χαρτόνια στην έκθεση αυτή; Θεωρείς ότι μερικές φορές οι καλλιτέχνες λειτουργούν περισσότερο ως επιχειρηματίες βλέποντας τα έργα τους αλλά και τον εαυτό τους ως προϊόντα προς κατανάλωση; Συμφωνείς με αυτή την άποψη και αν ναι πόσο επικίνδυνο μπορεί να αποδειχθεί αυτό για έναν δημιουργό;
Η κούτα αντιπροσωπεύει για ‘μένα τα πεταμένα στα σκουπίδια κοινωνικά στοιχεία… Ήθελα να δώσω μια δεύτερη ευκαιρία σε αυτό το υλικό να υπάρξει και να παίξει ρόλο σε κοινωνικό επίπεδο. Φυσικά η δήλωση δεν κρύβει την πολιτική της χροιά. Πέραν αυτού, η φθορά που έχει πάνω του αυτό το υλικό, μου προσφέρει ένα ήδη ενεργοποιημένο πεδίο, όπου η οποιαδήποτε προσθήκη που κάνω εγώ λειτουργεί απόλυτα, χωρίς να δημιουργεί «παράθυρο» σε κάποιον άλλο κόσμο. Οι παραλληλίες και οι ουτοπίες δε με αφορούν. Για ‘μένα σημασία έχει μόνο η δήλωση. Τώρα για τους άλλους καλλιτέχνες δεν μπορώ να γνωρίζω τις προθέσεις τους. Ελπίζω μόνο να έχουν ένα καλό λόγο για ότι κάνουν γιατί ο κόσμος έχει κουραστεί από τα επικοινωνιακά tricks και τη γενική κυνικότητα.
Εκτός όμως από το νόημα που εμπεριέχεται στη δουλειά σου είναι άξιος σχολιασμού και ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται μιας και αναλαμβάνεις εσύ ο ίδιος την επιμέλεια της έκθεσης. Για παράδειγμα επιλέγεις να ακουμπήσεις απλά στο πάτωμα κάποια από τα έργα ή να τοποθετήσεις μερικά το ένα πίσω από το άλλο σαν να είναι εκεί ακουμπισμένα προσωρινά όπως σε ένα εργαστήριο. Με αυτόν τον τρόπο μετατρέπεται αυτόματα η διαδικασία της επιμέλειας σε μια καλλιτεχνική πράξη. Σε μια δήλωση.
Έχεις απόλυτο δίκιο. Η επιμέλεια μπορεί να είναι καλλιτεχνική δράση… Είναι τελείως διαφορετικό όταν ένα έργο κρεμαστεί απλά σε έναν τοίχο και όταν το ίδιο έργο ακουμπηστεί πάνω σε ένα πίνακα ενός ζωγράφου κάποιας άλλης εποχής. Στη συγκεκριμένη έκθεση έθιξα απλά το ζήτημα του πως μπορεί έστω και σημειολογικά να παρουσιαστεί κάτι ως «κρυμμένο», «πεταμένο», «παραγκωνισμένο», «σκισμένο» (και άλλα πολλά)… Ίσως ήταν απλά η ανάγκη για μια πιο ρεαλιστική προσέγγιση σε εννοιολογικό επίπεδο.

Θα ήθελα για το τέλος να σχολιάσεις μια φράση σου που απομόνωσα από τον κατάλογο της έκθεσης γραμμένη σε greeklish (τα οποία όπως διαπίστωσα διαβάζονται με την ίδια άνεση που διαβάζει κανείς ελληνικά). "Den exei mageia i texni gia tous euaisthitous anthrwpous.. mono duskolies stin prospatheia gia epikoinwnia.."
Νομίζω ο καθένας από την πλευρά του όταν διαλέγει να μπει στο χώρο της τέχνης, έχει στο μυαλό του ένα μαγικό τοπίο. Αργά ή γρήγορα και αν είσαι λίγο ρομαντικός ή ευαίσθητος, ανακαλύπτεις ότι αυτό δεν υπάρχει. Πλέον όμως έχεις αγαπήσει αυτό που κάνεις και δε σκέφτεσαι να φύγεις. Η μαγεία τότε σου κουνάει το μαντίλι και εσύ ξεμακραίνεις με τη βάρκα σου για το πουθενά. Όπως σε κάθε σημαντικό ταξίδι συναντάς στο δρόμο σου από δροσερό αεράκι και λιακάδα μέχρι σκυλόψαρα, καταιγίδες και πειρατές…
Η τέχνη γεφυρώνει χάσματα ή αλλιώς δημιουργεί προορισμούς… έτσι πασχίζεις να φτάσεις πάντα πιο μακριά, σε ένα μέρος που θα αγαπάς και θα σε αγαπούν… όμως αυτό το μέρος, αν βρίσκεται κάπου, μάλλον είναι πέρα από το θάνατο. Το νόημα αυτής της πρότασης βρίσκεται στο ότι δεν πρέπει να αποθαρρύνεται κανείς αλλά ούτε να ζει σε μια ονειρική φούσκα. Το να ζεις με την τέχνη αξίζει τον κόπο ακόμα κι αν όλη σου η ζωή καταρρέει στον ίσκιο της προσπάθειας. Από τη μία πονηροί που τα ματσώνουν κι από την άλλη άπιαστα όνειρα και ξανθές μπούκλες αγγέλων… κάπου στη μέση προχωράμε… και κοιτάμε έκθαμβοι τον κόσμο με κομμένη την ανάσα…
