Είστε ταυτόχρονα μουσικός, συγγραφέας, θεατρικός συγγραφέας και σκηνοθέτης, ενώ έχετε επίσης εργαστεί σα δημοσιογράφος και κριτικός. Πώς τα συνδυάσατε όλα αυτά και, ειλικρινά, τι απ’ όλα προτιμάτε να κάνετε;
Από τα 20 μέχρι τα 28 μου έγραφα σε εφημερίδες, μετά έγινα κριτικός, στη συνέχεια όμως σταμάτησα να ασχολούμαι μ’αυτό και άρχισα να γράφω μυθιστορήματα. Υπήρχε μια γραμμική πορεία στη ζωή μου, δεν τα έκανα όλα μαζί. Ξεκίνησα να γράφω μυθιστορήματα που μεταφέρθηκαν στο θέατρο και από ‘κεί στον κινηματογράφο. Αντιμετωπίζω τη διεργασία της συγγραφής είτε για το θέατρο είτε για το σινεμά με τον ίδιο περίπου τρόπο. Αυτό που δε μου αρέσει καθόλου είναι να γράφω μυθιστορήματα. Είναι το χειρότερο πράγμα που υπάρχει και προσπαθώ να το εξασκώ όσο το δυνατόν λιγότερο. Το βρίσκω πολύ βαρετό, δεν έχει καθόλου πλάκα! Αντιθέτως λατρεύω να γράφω και να σκηνοθετώ για το θέατρο. Όταν το κάνω, «ακούω» τους διαλόγους, σκέφτομαι ταυτόχρονα τους χαρακτήρες, τα κοστούμια… Πριν τρεις μήνες τελείωσα ένα μυθιστόρημα (κάτι που είχα να κάνω καιρό) και τώρα ετοιμάζω ένα θεατρικό για την Αβινιόν. Το βλέπω σαν ανταμοιβή για την ταλαιπωρία που πέρασα, γράφοντας το βιβλίο!
Σας επηρέασε ως κινηματογραφικό σκηνοθέτη η προηγούμενη εμπειρία σας στις άλλες τέχνες;
Φυσικά. Όταν γράφεις μυθιστορήματα σκέφτεσαι το παρελθόν και το υπόβαθρο κάθε χαρακτήρα, κάτι που είναι απαραίτητο τόσο στο σινεμά όσο και στο θέατρο. Ακόμα κι αν πρόκειται για πράγματα που δεν υπάρχουν στο σενάριο βρίσκεις τρόπους να τα εκφράσεις μέσα από τα κοστούμια, τα σκηνικά, το φωτισμό και τη δουλειά με τους ηθοποιούς. Επίσης αν είχα κάνει την ταινία πριν ασχοληθώ με το θέατρο, σίγουρα το αποτέλεσμα δε θα ήταν το ίδιο.

Πώς είναι να συνεργάζεσαι με τον Christophe Honoré (σημ.: έγραψαν μαζί το σενάριο της ταινίας), ο οποίος είναι αυτή τη στιγμή ένας από τους πιο αξιοσέβαστους σκηνοθέτες της Γαλλίας;
Ήταν πολύ άνετη γιατί ο Christophe (σημ.: σκηνοθέτης των ταινιών Τα Τραγούδια της Αγάπης και Dans Paris) είναι ο καλύτερός μου φίλος εδώ και 13 χρόνια. Εκδώσαμε τα πρώτα μας μυθιστορήματα στον ίδιο εκδοτικό οίκο την ίδια περίοδο. Πριν επτά χρόνια μου ζήτησε να τον βοηθήσω στο σενάριο της πρώτης του ταινίας, οπότε ήταν κάτι φυσικό να του ζητήσω κι εγώ το ίδιο. Και καθώς έχουμε πολλές φορές επισκεφθεί μαζί την Αβινιόν, όπου εγώ παρουσίαζα τα θεατρικά μου, γνώριζε πολύ καλά το σκηνικό της ταινίας.
Η ταινία σας αποτελείται από διαπλεκόμενες ιστορίες, μια δομή που συναντάμε συχνά στο σύγχρονο σινεμά. Γιατί είναι τόσο δημοφιλείς οι σπονδυλωτές ταινίες;
Πραγματικά δεν ξέρω. Στην αρχή δεν είχα σκοπό να κάνω κάτι τέτοιο. Ήθελα να μιλήσω για διαφορετικούς καλλιτέχνες και τους διαφορετικούς τρόπους που εκφράζουν τα συναισθήματα τους και τα διοχετεύουν μέσα από τη δουλειά τους. Οπότε ήταν φυσικό να εστιάσω σε διαφορετικές ιστορίες. Εγώ επέλεξα τρεις. Δεν ήταν μια επιλογή, ήταν κάτι που επέβαλε το ίδιο το θέμα. Συνήθως δε μου αρέσουν αυτού του είδους οι ταινίες. Συχνά δεν είναι καλές γιατί προσπαθούν να πουν πάρα πολλά πράγματα ταυτόχρονα, είναι παραφορτωμένες. Δε λέω ότι δε γίνονται αριστουργήματα, όπως η Βαβέλ ή τα Στιγμιότυπα του Robert Altman, απλά τον τελευταίο καιρό έχουμε δει στο γαλλικό σινεμά πολλές τέτοιες ταινίες διόλου ενδιαφέρουσες έως και κακοφτιαγμένες. Μάλλον γιατί στη Γαλλία ξεκινήσαμε να ενδιαφερόμαστε πολύ για την ιστορία και καταλήξαμε τελικά να μην ενδιαφερόμαστε καθόλου.

Έχετε συμμετάσχει στην Αβινιόν πολλές φορές ως θεατρικός συγγραφέας και μάλιστα με τους ίδιους ηθοποιούς που εμφανίζονται και στην ταινία. Σε ποιο βαθμό η ταινία είναι αυτοβιογραφική;
Όταν κάνω ένα θεατρικό έργο, ένα φιλμ ή ένα βιβλίο, το καλύτερο κοπλιμέντο για μένα είναι όταν οι άνθρωποι πιστεύουν ότι είναι αυτοβιογραφικό. Χαίρομαι γιατί πιστεύουν ότι αυτό που βλέπουν είναι μια πραγματικότητα. Κι όταν νομίζουν ότι είναι αληθινό, αυτό σημαίνει ότι έχω κάνει καλή δουλειά. Οπότε τους λέω πάντα ότι, ναι, τα πάντα είναι αυτοβιογραφικά! Εντάξει, αστειεύομαι… Όπως σε κάθε έργο τέχνης πολλά πράγματα είναι απόλυτα αυτοβιογραφικά αλλά στην πορεία αλλάζω πολλά. Είναι σαν την μαγειρική. Έχεις την αρχική συνταγή και τα συστατικά αλλά στην πορεία αυτοσχεδιάζεις.
Θα μπορούσε ωστόσο να πει κανείς ότι οι ηθοποιοί υποδύονται στην ταινία τους εαυτούς τους;
Όχι, δεν το θέλω ποτέ αυτό. Δουλεύω πολύ με τους ηθοποιούς και δε θέλω να παίζουν τον εαυτό τους ή τον ίδιο χαρακτήρα που έχουμε ξανακάνει μαζί. Θέλω να τους εκπλήσσω συνέχεια.

Οι ήρωες της ταινίας περνούν δύσκολες καταστάσεις. Ισχύει το κλισέ ότι οι άνθρωποι της τέχνης και οι ηθοποιοί μπορεί να είναι δύστροποι ή εκκεντρικοί και να αντιμετωπίζουν τα πάντα με μια δόση υπερβολής;
Κάποιες φορές ναι, κάποιες φορές όχι. Ισχύει ό,τι και με κάθε άλλο άνθρωπο. Υπάρχουν καλοί και κακοί, κάποιοι που επαληθεύουν όλα τα κλισέ και σε όλη τους τη ζωή υποδύονται ρόλους και άλλοι που είναι ολότελα συνηθισμένοι. Η μόνη διαφορά είναι ότι οι ηθοποιοί αναπόφευκτα μεταφέρουν τις προσωπικές εμπειρίες τους στους ρόλους που ερμηνεύουν.
Υπάρχουν ωστόσο φορές που η καλλιτεχνική δημιουργία μπορεί να είναι ψυχοφθόρα;
Φυσικά και συμβαίνει. Κάποιες φορές μπορεί να είναι καταστροφική, εκνευριστική ή αληθινά οδυνηρή και, πηγαίνοντας βαθιά, να σε αγγίξει εκεί που πονάς. Όμως δε μου αρέσουν τα κλισέ. Μπορεί ταυτόχρονα να είναι πολύ ευχάριστη και ανάλαφρη. Για παράδειγμα τα τρία τέταρτα αυτών που λένε οι κωμικοί για τους ρόλους τους είναι χαζομάρες!

Είναι ο χαρακτήρας της γυναίκας – θεατή, που παρενοχλεί τους καλλιτέχνες, σύμβολο των επιθυμιών και προσδοκιών που ο θεατής έχει από την τέχνη;
Απλά χρειαζόμουν έναν χαρακτήρα που να συνδέει όλους τους υπόλοιπους. Ταυτόχρονα μου αρέσει πολύ το μπουρλέσκ. Είναι αστείο γιατί στη Γαλλία αυτού του είδους η προσωπικότητα ερμηνεύεται με έναν τρόπο πολύ ψυχαναλυτικό. Εγώ όμως απλά ήθελα να δημιουργήσω έναν κωμικό χαρακτήρα και χαίρομαι πολύ που το κοινό γελά μαζί της. Όπως και στην πραγματική ζωή υπάρχουν σοβαρά και ανάλαφρα πράγματα, είναι ένα συνονθύλευμα, όπου όλα συμβαίνουν.
Οι πρωταγωνιστές βουτούν σε πισίνες, περπατούν στη βροχή, το νερό είναι πανταχού παρόν… Υπάρχει κάποιος ιδιαίτερος λόγος που το χρησιμοποιείτε;
Πιστεύω ότι το νερό μπορεί να είναι πανέμορφο στην οθόνη και να σου δώσει υπέροχες εικόνες. Η Αβινιόν είναι μια πόλη που πλημμυρίζει πολύ εύκολα. Και όταν γίνονται παραστάσεις στην Αβινιόν, πολλές γίνονται στην ύπαιθρο, όπου είσαι εκτεθειμένος. Ακόμα και τα κλειστά θέατρα είναι πολύ παλιά και καλοδιατηρημένα και συχνά πλημμυρίζουν. Οπότε το νερό είναι ο εχθρός στην Αβινιόν. Όταν βρέχει δεν έχει θέατρο! Ταυτόχρονα, στην αρχή της ταινίας, όλοι οι χαρακτήρες βρίσκονται σε μια ασφυκτική κατάσταση σα να είναι περικυκλωμένοι από νερό και να μην μπορούν να αναπνεύσουν. Όμως γενικά δε μ’αρέσει να δίνω εξηγήσεις και συνήθως λέω απλά ότι το χρησιμοποιώ για αισθητικούς λόγους. Προτιμώ κάθε θεατής να φαντάζεται ότι θέλει. Είναι σαν την ποίηση: δεν μπορείς πάντα να την εξηγήσεις, πρέπει να τη νιώθεις!
