Δεν ξέρω πως ήταν το live των DiV πριν από 9 χρόνια, αυτό που ξέρω όμως είναι πως ο Richard και η παρέα του πήραν το κεφάλι μου στις 23:10 και το επέστρεψαν στη θέση του μιάμιση ώρα αργότερα.
Οι Death In Vegas που απολαύσαμε το βράδυ της Παρασκευής στο Fuzz Club, ήταν μια μπάντα χωρίς πρόθεση να αναπαράγει το παρελθόν της, ένα συγκρότημα με σαφή αλλαγή προσανατολισμόυ σε ηλεκτρονικές φόρμες και με ξεκάθαρες αναφορές στις kraut-rock επιρροές τους.
Δεν είναι τυχαίο πως ένα από τα κομμάτια τους, το οποίο ακούσαμε και ζωντανά, ονομάζεται Sons of Rother -φόρος τιμής στην ιστορία του ευγενικού κυρίου που είχαμε την τιμή να δούμε την επόμενη μέρα στο Plissken Festival.
Τη βραδιά άνοιξαν οι In Trance 95 καταφέρνοντας να δικαιολογήσουν τον ντόρο που έχει προκληθεί τελευταία γύρω από την επαναδραστηριοποίησή τους, αλλά και το παρελθόν τους, στηριζόμενοι στο αναμφισβήτητο ταλέντο και τους διευρυμένους μουσικούς ορίζοντες του Νίκου Βελιώτη και το star attitude του Alex Μαχαίρα.
Το electro-synth pop του πρώτου μισού της εμφάνισής τους, στο δεύτερο μισό “σκοτείνιασε”, αγγίζοντας μάλιστα σε σημεία τα όρια του industrial, όταν στην παρέα προστέθηκε ο Κωνσταντής, κιθαρίστας των Lost Bodies και Wham Jah μεταξύ άλλων, συμβάλλοντας καταλυτικά στην αλλαγή του ήχου των In Trance 95. Μια συμπαγής και δουλεμένη εμφάνιση εν αναμονή του νέου τους άλμπουμ, που θα κυκλοφορήσει μέσα στη χρονιά από τη Νεοϋρκέζικη εταιρία Minimal Wave.
Δέκα λεπτά μετά τις 23:00, και με βάση την “μεγάλη” ηλεκτρονική μουσική της τελευταίας τριακονταετίας, αλλά και το progressive-psychedelic rock, όπως αυτό ορίστηκε στα 70′s, οι Death In Vegas παρουσίασαν ένα σετ το οποίο βασίστηκε κατά το ήμισυ στο Trans-Love Energies, και κατά το υπόλοιπο σε προσαρμογές – διασκευές παλιότερων κομματιών τους στη νέα τους αυτή πραγματικότητα. Σε σημείο μάλιστα, που για να συνειδητοποιήσουμε πως το κομμάτι που ακούμε είναι το Aisha, έπρεπε να μεσολαβήσει ένας προηχογραφημένος -και παραμορφωμένος- Iggy.
Με βάση λοιπόν τα παραπάνω δεδομένα, το σετ των DiV ήταν καταιγιστικό, από την αρχή μέχρι το τέλος του, αφήνοντας ελάχιστα κενά μεταξύ των κομματιών, πράγμα που συνέβαλε στην προσήλωση και την απόλαυση τελικά ενός “ταξιδιάρικου” mind blowing σετ.
Ο Fearless ανέλαβε εξ’ ολοκλήρου τα (ελάχιστα) φωνητικά μέρη δείχνοντας ταυτόχρονα τη στροφή του συγκροτήματος σε πιο εσωστρεφείς πρακτικές, προς αποφυγήν του γεγονότος ότι “ο guest πολλές φορές επισκιάζει το ίδιο το συγκρότημα”, όπως ανέφερε και ο ίδιος στη συνέντευξη που παραχώρησε στο mixtape.gr.
Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι από το πλέον σημαντικό άλμπουμ συνεργασιών των DiV, Scorpio Rising, επιλέχθηκε μόλις ένα κομμάτι, το Hands Around My Throat, το οποίο έκλεισε τη συναυλία, ακολουθούμενο από το Rekkit του πρώτου τους άλμπουμ Dead Elvis.
Το υπόλοιπο playlist περιελάμβανε, σχεδόν ολόκληρο το τελευταίο άλμπουμ τους, τα Dirge και Death Threat από το Contino Sessions και το Blood Yawning από το (παρεξηγημένο από πολλούς) Satan’s Circus.
Οι “νέοι” Death in Vegas μου αρέσουν δισκογραφικά. Την Παρασκευή με έπεισαν και συναυλιακά. Ίσως και να είμαι τυχερός που δεν τους είχαν δει το 2003 και δεν έχω ξεκάθαρο μέτρο σύγκρισης. γιατί έτσι ίσως έχανα μια σημαντική συναυλιακή εμπειρία.
(Φωτογραφίες: Βαγγέλης Πατσιαλός)

















4 comments
zooo says:
Μάι 13, 2012
to blood yawning htan b-side sto dirge kai tragoudouse o bobby gillespie twn primal scream. sto satan’s circus emfanizetai apla sto bonus live cd..
Κώστας Καραμιχάλης says:
Μάι 13, 2012
Σε ευχαριστούμε για την παρατήρηση zooo. Έχεις απόλυτο δίκιο.
Τζόνσον ο αλογόμυγας says:
Μάι 14, 2012
Πολύ εύστοχη η περιγραφή σου. Εγώ τους είδα στη Θεσσαλονίκη, βράδυ Κυριακής. Είναι πολύ δυνατοί και συναυλιακά (βαράνε καλά) και όντως είναι πλέον προσανατολισμένοι σε electro φόρμες. Κρίμα που δεν έπαιξαν το Leather.
Το μόνο μείον θεωρώ πως ήταν τα πάρα (μα πάρα) πολύ δυνατά ντεσιμπέλ.
Δημήτρης Γκιώνης says:
Μάι 14, 2012
Η εποχή μετά την κυκλοφορία του Contino Sessions σίγουρα ήταν το απώγειο της καριέρας τους. Το live το 2000 ήταν εκπληκτικό χωρίς υπερβολή. Πολλά decibel χωρίς την παραμικρή παραμόρφωση, ο ήχος κάλυπτε μέχρι και το τελευταίο εκατοστό του “Ρόδον”. Ένα πάρα πολύ καλό light show που ταίριαζε γάντι στο concept του album και ένας drummer που τα “έσπασε”. Το 2003 ήταν απλά “καλοί”…