Η χαρά της τραγουδοποϊίας

Κλείσιμο ενός -μεγάλου- κύκλου, καθώς μετά από το -«πραγματικό»- debut album, το “Liberation” του 1993, ο Neil Hannon είναι ξανά ολομόναχος στην παραγωγή. Επιπλέον, από τούδε και στο εξής δρά μέσω της δικής του δισκογραφικής εταιρίας (divine comedy records) την οποία εγκαινίασε με τον -επίσης δικής του παραγωγής- δίσκο των Duckworh Lewis Method. Το 2011 αναμένονται εναγωνίως οι επανεκδόσεις των δίσκων των Divine Comedy στα 90’s τα δικαιώματα των οποίων αγόρασε από την Setanta αλλά και ένα δεύτερο greatest hits μετά το “Secret History” του 1999)

Οι αριθμοί είναι κι αυτοί ολοστρόγγυλοι: ο Neil Hannon είναι πια 40 χρόνια στη ζωή, 20 στην δισκογραφία και αυτός είναι ο 10ος δίσκος του ως The Divine Comedy.

Το “Bang Goes The Knighthood” λοιπόν -ίσως και λόγω του αναγκαστικά σφιχτότερου προϋπολογισμού- αποπνέει ένα θεσπέσιο αεράκι live εκτέλεσης, ιδιαίτερα στα -υπέροχα όπως πάντα- φωνητικά ενώ και οι ενορχηστρώσεις είναι ελαφρά περιορισμένες σε σχέση με το παρελθόν.

Δεν υπάρχουν δυσάρεστες εκπλήξεις : το πνεύμα και το χιούμορ είναι όπως πάντα στη θέση τους και υπάρχει μια γλυκιά ανάμνηση του “Promenade” (1994) στο βάθος. Κυρίως όμως, πιο ευδιάκριτος από κάθε άλλη φορά στο έργο των Divine Comedy, κυριαρχεί ο ρετρό (50’ς) ήχος, πότε του μιούζικαλ και πότε του καμπαρέ. Διόλου περίεργο μια και τα τραγούδια γράφτηκαν όλα ανεξαιρέτως (όπως άλλωστε και τα περυσινά για το side project album των Duckworth Lewis Method) στο πιάνο και την ίδια πάνω-κάτω περίοδο με τις συνθέσεις του Neil Hannon για το musical “Swallows and Amazons” (παίζεται εδώ και λίγες μέρες στο Old Vic του Bristol αποσπώντας μάλιστα εξαιρετικές κριτικές.) Ως λογικό αποτέλεσμα της πολύωρης ενασχόλησης η πιανιστική του δεξιότητα βελτιώθηκε θεαματικά την τελευταία διετία και κατέστησε εφικτή την πραγματοποίηση του φετινού -sold out- solo acoustic tour, παρέχοντας στον Ηannon μια καλή οικονομική βοήθεια σε χαλεπούς -και- δισκογραφικά καιρούς αλλά και στο κοινό του την ευχάριστη ασφάλεια ότι σύντομα θα έχουν πάλι νέα του.

Μια χαρά όλα λοιπόν, μια χαρά και ο δίσκος και θέμα του… η χαρά!

Δεν πρόκειται για έναν δίσκο- concept καθώς τα θέματα που καταπιάνεται o Hannon είναι όσα και τα τραγούδια (και ακόμα παραπάνω) και μουσικά υπάρχει η συνήθης ποικιλία.

Ξεκάθαρα όμως υπάρχει ένας συνεκτικός ιστός που το διατρέχει κι αυτό είναι μια διάχυτη ευφορικότητα, ένα joie de vivre σε αρμονική συνέχεια τόσο με την περυσινή σοδειά παιχνιδιάρικης μα πάντα υψιπετούς ορχηστρικής pop, που συνεισέφερε ο Hannon στους Duckworth Lewis Method και προφανέστατα όχι άσχετο με τη φάση που βρίσκεται στη ζωή μετά από αρκετό καιρό βασάνου.
Τεχνικά, θα έλεγε κανείς ότι από την ντουζίνα που μας προσφέρει εδώ, ο δημιουργός τους χώρισε ασυναίσθητα τα τραγούδια του σε δύο ομάδες, τόσο συνθετικά όσο και στιχουργικά. Υπάρχουν έξι τραγούδια με ορχήστρα και ισάριθμα χωρίς, ενώ από την άλλη οπτική υπάρχουν έξι με λεπτομερείς αφηγήσεις και ισάριθμα με οξυδερκείς «λίστες» ενός παρατηρητή.

Στο ιδιότυπο λοιπόν αυτό μοτίβο ο Hannon κατά σειρά..απαριθμεί :

– στο (1ο single) “At The Indie Disco” (μια επιλογή -και πάλι- μη αντιπροσωπευτική του υπόλοιπου δίσκου, ίσως το μόνο κατά βάση κιθαριστικό κομμάτι , το οποίο live και στο πιάνο είναι μάλλον καλύτερο) μια δεκάδα indie καλλιτεχνών από τον Μοrrisey ως τους Wannadies. Ένα είδους φόρου τιμής του Hannon σε κάτι που -όπως ο ίδιος παραδέχεται- δε γνώρισε ποτέ ο ίδιος (γιατί στον τόπο του δεν είχαν τέτοιου είδους disco) κι όμως είναι πολύ πειστικό δίνοντας το σκηνικό για έναν εφηβικό έρωτα.
She makes my heart beat the same way as at the start of “Blue Monday”, always the last song that they play, at the indie disco” – απλά pop-genius.

– στο ακροτελεύτιο “I Like“, (το 2ο single του BGTK) , ένα εντελώς εθιστικό pop-hit με πιάνο και ντραμς και την συνεχή παρήχηση της λέξης “sexy” , -με διαολεμένο χιούμορ είναι η αλήθεια- τις χάρες της καλής του.
π.χ ‘I like your mild political stances , I like your wild spontaneous dances‘.

– στο..παιδικό “Can You Stand On One Leg” που μοιάζει να γράφτηκε αποκλειστικά για live εκτέλεση και τέρψη του κοινού ειδικά όταν φθάνουν τα τελευταία 35 δευτερόλεπτα του που θα’πρεπε ήδη να έχουν απασχολήσει το -βιβλίο- Guiness. (και η μπύρα πάντως ταιριάζει μια χαρά στο συγκεκριμένο τραγούδι).

– στο “Island Life” με την καλή του, ένα υπνωτιστικά αιθέριο ντουέτο μαζί της (Cathy Davey), τις δραστηριότητες που συνθέτουν την καθημερινή τους ρουτίνα στο -μαντέψτε- νησί (το κομμάτι αυτό προοριζόταν για το “Swallows and Amazons” , αλλά δε βρήκε θέση σε ένα, παιδικό ούτως ή άλλως musical)

– στο “The Lost Art of Conversation” μια σωρεία προσωπικοτήτων από τον Joan Miro ως τον ..Άγγλο ασθενή αλλά και τον.. Frank Lampard, ιθαγενείς νεολιθικού χωριού στον Ειρηνικό ή επιβάτες του μετρό με τα ακουστικά τους μονίμως στ’αυτιά

– στην παλιομοδίτικη μπαλάντα “Have you ever been in love” τα..συμπτώματα της ασθένειας

Όμως εκεί που διαπρέπει είναι στις αφηγηματικές του προσπάθειες όσο κι αν δύο απ’αυτές έχουν κ πάλι -εν μέρει- την ίδια στιχουργική μέθοδο με τα προηγούμενα.

– το “When A Man Cries” είναι το μόνο σημείο που το ΒGTK σκοτεινιάζει σε μουσική διάθεση και έχουμε μια εξερεύνηση της ευάλωτης (ΝΑΙ) ανδρικής ψυχολογίας σε αντιδιαστολή με αυτήν ενός μικρού αγοριού. Δεν αρκεί να’σαι ειλικρινής, πρέπει να΄σαι και ο Hannon για να πετύχεις κάτι τέτοιο χωρίς να ξεπέσεις σε φτηνό μελό. Ειδικά όταν το ξεκινάς με τον ήχο από ένα παιδικό μουσικό κουτί.

– Η ευφορία είναι σχεδόν θριαμβευτική στο εκπληκτικό “Assume The Perpendicular“, πιθανόν το καλύτερο τραγούδι του δίσκου και σίγουρα ό,τι πιο κοντινό στο Promenade μετά το 1994. Είναι τέλεια δομημένο, είναι χαρούμενο, είναι πανέξυπνο, είναι εθιστικό. Α, μιλάει για τους λάτρεις της…Γεωργιανής αρχιτεκτονικής (αραδιάζοντας εδώ τις -αρχιτεκτονικές πάντα- προτιμήσεις του καθενός εκ των ηρώων του) μα στην πραγματικότητα είναι μια σάτιρα προς τους νέους (σ.σ : μπορείς να τους πεις και ιδιάζοντες hipsters;..) της μεσαίας τάξης που «τη βρίσκουν» επισκεπτόμενοι μέγαρα και αρχοντικά στην εξοχική Νοτιοδυτική Αγγλία (σ.σ : αντί να ανακαλύπτουν μπάντες που θα λατρέψουν άμεσα μα θα τους έχουν προδώσει ως την επόμενη πανσέληνο ας πούμε;) Πάντως αυτή η..δράση -των εκδρομών για..κτιριοθεραπεία- συμβαίνει όντως και σιγά μη την άφηνε έτσι ο Νeil. (Και σιγά μη δεν άρχιζε τις συναυλίες του με αυτό το τραγούδι)

Περνώντας στα..θεατρικότερα τραγούδια,

– το ομότιτλο “Bang Goes The Knighthood” εποφθαλμιά την δόξα του “A Lady Of A Certain Age” και του “Our Mutual Friend” από τα προηγούμενa albums “Victory For The Comic Muse” και “Absent Friends” αντίστοιχα. Ενώ μουσικά δεν υπάρχει βέβαια καμία σύγκριση, η ιστορία είναι ενδιαφέρουσα και μια ακόμα απ’αυτές που δύσκολα θα φανταζόσουν κάποιον άλλον πλην του Hannon να την εικονογραφεί. Η θλίψη εδώ είναι πιο σκοτεινή και όχι νοσταλγική (lady of a certain age) ενώ απουσιάζει η ανατροπή στην πλοκή (Our Mutual Friend).

Ο (αντι-) ήρωας τρυπώνει λάθρα στο υγρό υπόγειο μιας αφέντρας που τον προσμένει με το μαστίγιο της, ρισκάροντας τον τίτλο του ιππότη, τον καλό του γάμο και τη λαμπρή του καριέρα δηλώνοντας της “You make me feel something, and feeling something beats feeling nothing at all” . Ξεκάθαρα βασισμένο στο πάθημα του -μεγιστάνα του μηχανοκίνητου αθλητισμού- Max Mosley, που πιάστηκε στα πράσα με ένα κουαρτέτο Γερμανίδες πόρνες.

– Μιλώντας για πόρνες, το “Neapolitan Girl“, ένα από τα κορυφαία τραγούδια του δίσκου, διηγείται μια επίσης θλιβερή ιστορία που όμως – εντελώς ανατρεπτικά και, ναι, πρέπει να ειπωθεί πάλι , με τρόπο αδιανόητο για τους πιο πολλούς σύγχρονους τραγουδοποιούς- δίνεται με ένα γοργό, ανεβαστικό, σχεδόν χαρούμενο τέμπο. Εδώ η έμπνευση πηγάζει από τα “Naples ’44 wartime diaries” του Norman Lewis: Εκείνη και ο πελάτης της στο νεκροταφείο της Νάπολης και εσύ ακροατή/περαστικέ : “just pretend you don’t see’em, lusting in the mausoleum”

– το “Down In The Street Below“, εναρκτήριο τραγούδι του album, είναι ξεκάθαρα η αρτιότερη σύνθεση που περιέχει αυτό, ένα από τα καλύτερα τραγούδια του Neil Hannon στα 00’s και ένα κλασσικό “divine” τραγούδι για να επανέλθουμε στο δίπολο που χαρακτηρίζει το έργο του. Πρόκειται για μια υπέροχη, γλυκόπικρη, σχεδόν μνημειώδη μπαλάντα που ξεκινά πολύ ήσυχα με το πιάνο πριν ξαφνικά η ορχήστρα εφορμήσει σε μια επική σύνθεση. Η αφήγηση συντελεί κι αυτή στην συνολική αίσθηση musical του δίσκου και το τρίπτυχο της δράσης ξεκινά με μια ιδιωτική στιγμή του ήρωα, μεταφέρεται – υπό το «σχόλιο» της ορχήστρας – στα βιαστικά πλήθη στο γιορτινό δρόμο και στο τελευταίο μέρος ο ήρωας νιώθει άβολα παγιδευμένος σε ένα tres chic περιβάλλον.

– Τέλος το “The Complete Banker” είναι ανεκδοτικού τύπου, μια διασκεδαστική καρικατούρα, ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα “comedy” τραγουδιού (στα πλαίσια του «διπόλου» πάντα) Η προσέγγιση στην οικονομική κρίση γίνεται με οργή μα με τυπικό Hannon-ικό χιούμορ. Ο Neil μπαίνει ο ίδιος στο ρόλο, υποδύεται έναν αχόρταγο τραπεζίτη που με υποκριτική ενοχή και με τη..Margaret Thatcher πλάι του στη λιμουζίνα ρωτά “If I say I’m sorry, will you give me the money?” κι απειλεί ότι, εκμεταλευόμενος την ανοχή μας, θα επιστρέψει μόλις τελειώσει η κρίση που ο ίδιος προκάλεσε.

Το λογοπαίγνιο στον τίτλο είναι προφανές, η ανάλυση δεν είναι δα και βαθυστόχαστη, μα μιλάμε για ένα ποπ τραγούδι και αν θεωρεί κάποιος τον σαρκασμό του επιδερμικό μάλλον θα διαφωνούσαν τα ίδια τα golden boys ακούγοντας τον εδώ «εκπρόσωπο» τους να ομολογεί με θράσος “I’m a conscience-free malignant cancer on society“.

Δεν ακούσαμε άλλωστε και κανέναν άλλο συνάδελφο του να γράφει έστω ένα τραγούδι πάνω στο θέμα και σίγουρα όχι έναν..κάποιον σαφώς πιο διάσημο συμπολίτη του -Δουβλινέζου πια- Neil Hannon..

Σίγουρα θα μας το αφιερώσει εξαιρετικά (μα και στον εαυτό του και στη χώρα του) στο GAGARIN 205 τη Δευτέρα 13/12, : the end of the – recession – tour

Στην τελευταία στάση της περιοδείας του, ο Νeil Hannon, μόνος για πρώτη φορά στη σκηνή , μας περιμένει με το κοστούμι του, το bowler καπέλο αλλά και την..τσάντα ενός άπληστου μεγαλοτραπεζίτη των καιρών.. Ναι, ένας Ιρλανδός προσφέρει μια νύχτα ανάτασης στους Έλληνες φίλους του που έχει να τους δεί κοντά 14 χρόνια.

Ακολουθώντας το παράδειγμα των παιδικών του ηρώων, ένας μεγάλος performer σε μια solo εμφάνιση ως πιανίστας -και πού και πού κιθαρωδός- σε μεσοπολεμικό καμπαρέ (ευπρόσδεκτοι κι όσοι τον φανταστούν σε saloon, ξενοδοχειακό lobby ή κρουαζιερόπλοιο. Το ίδιο καλά θα περάσουν. Και, αν είναι και ευγενικοί με τον grand-maitre, ενίοτε γίνονται δεκτές και παραγγελίες)

8



Διάβασε επίσης...
Πρoσθήκες στο line up και οι χώροι διεξαγωγής του Plisskën Festival
Δυόμισι μήνες πριν μας υποδεχτεί στην τρίτη κατά σειρά διοργάνωση, τo Plisskën Festival αποκάλυψε τρία ακόμα ονόματα καλλιτεχνών, τους χώρους διεξαγωγής αλλά και το τελικό line up των τριών έξτρα ημερών του συνολικού μουσικού τετραημέρου. Κατ'αρχάς, το  Plisskën Festival θα πραγματοποιηθεί φέτος σε τέσσερεις χώρους: Την 1η μέρα - Πέμπτη 16 Μαϊου - στο ...
Συνέχεια...
Πρoσθήκες στο line up και οι χώροι διεξαγωγής