Μια πολύ ιδιαίτερη παράσταση – που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και μουσική παράσταση, χωρίς ο όρος να αρκεί για να περιγράψει επακριβώς το εγχείρημά τους – ετοίμασαν ο σκηνοθέτης Αλέξανδρος Ευκλείδης και ο εικαστικός Πέτρος Τουλούδης, πάνω σε μουσικές του Γιώργου Κουμεντάκη και την παρουσιάζουν, φέτος, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών.
Διαβάστε όλες τις πληροφορίες της παράστασης ενώ και το mixtape.gr μίλησε μαζί τους, για να μας τα εξηγήσουν καλύτερα οι ίδιοι.
Αλέξανδρος Ευκλείδης
Σκηνοθέτης
Τι ακριβώς είναι η παράσταση Unknown dialects: 8 μουσικές διαλέξεις;
Μια παράσταση μουσικού θεάτρου όπου οι συνιστώσες του μικτού έργου τέχνης δεν συντίθενται, αλλά παρατίθενται. Από τη μια τα έργα του Γιώργου Κουμεντάκη -έργα της τελευταίας συνθετικής του περιόδου που εμπνέονται από και συνομιλούν με την παράδοση- και από την άλλη, σκηνικά ιντερμέδια τα οποία λειτουργούν αντιστικτικά, αλλά όχι εικονογραφικά, ως προς τη μουσική. Τα αποκαλούμε «μουσικές διαλέξεις» γιατί σε ένα μεγάλο βαθμό συνιστούν σύντομες σκηνικές διαλέξεις πάνω σε ζητήματα που αφορούν στη μουσική, την παράδοση και την μεταξύ τους σχέση, στο πλαίσιο του ελληνικού παραδείγματος. Τα κείμενα που ακούγονται είναι κατά το μέγιστο μέρος αυθεντικά κείμενα πρωταγωνιστών της ελληνικής μουσικής ζωής, οι οποίοι ενίοτε εμφανίζονται «αυτοπροσώπως» επί σκηνής. Το είδος θεάτρου που υποστηρίζω είναι πιο κοντά στη διάλεξη και την εγκατάσταση, απ’ ό,τι στην αφήγηση ή την ενσάρκωση.
Πόσο δύσκολο είναι να σκηνοθετεί κανείς μουσικούς οι οποίοι ερμηνεύουν και κείμενα ως ηθοποιοί;
Καθώς πρόκειται για μια παράσταση μουσικού θεάτρου, καθόλου. Οι ηθοποιοί του δραματικού θεάτρου έχουν πολύ λιγότερες δυνατότητες όταν πρόκειται για μια μουσική επεξεργασία της σκηνικής γλώσσας. Προσωπικά πιστεύω πολύ στους μη εξειδικευμένους ερμηνευτές: η δυναμική που αναπτύσσει ένας μουσικός όταν καλείται να υπερβεί το πεδίο της εξειδίκευσής του και να εισέλθει σε ένα νέο εκφραστικό κομμάτι είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Και, όταν το ζητούμενο είναι η δημιουργία ενός μικτού έργου τέχνης, τότε μόνο πλεονεκτήματα μπορεί να προσφέρει η υπέρβαση αυτή. Έτσι, όταν ο μουσικός καλείται να εκφραστεί μέσα από ένα κείμενο, σίγουρα δεν το κάνει όπως ένας ηθοποιός. Η απόκλιση από το πρότυπο αυτό είναι που έχει ενδιαφέρον. Γενικά, πάντως, οι μουσικοί είναι καλύτεροι συνεργάτες, καλύτεροι επαγγελματίες και πολύ πιο αποδοτικοί από τους ηθοποιούς, γιατί έτσι έχουν εκπαιδευτεί. Και ειδικά οι μουσικοί του DissonArt, καθώς είναι εξοικειωμένοι με τη γλώσσα της σύγχρονης μουσικής, που διαρκώς φλερτάρει με παραστασιακά στοιχεία, είναι εκτός από ταλαντούχοι και πολύ πεπειραμένοι performers.
Η μουσική ή το θέατρο έχει τον πρώτο λόγο στην παράσταση σας;
Το παλιό ερώτημα που συνοδεύει κάθε εγχείρημα μουσικού θεάτρου «είναι η μουσική ή το θέατρο σημαντικότερο;» δεν τίθεται καν στη δική μας παράσταση. Η μουσική και το θέατρο συνυπάρχουν, χωρίς να λειτουργούν ανταγωνιστικά. Ήταν κάτι το οποίο αποτέλεσε εξαρχής σημείο σύγκλισης των αντιλήψεών μου με εκείνες του Κουμεντάκη και του εικαστικού Πέτρου Τουλούδη. Πιστεύω απόλυτα στην ανάγκη εκδημοκρατισμού της σκηνικής δημιουργίας, κάτι που σημαίνει πως πρέπει να ενδιαφερόμαστε λιγότερο για την επικράτηση του ενός ή του άλλου στοιχείου και περισσότερο για την συνύπαρξή τους.
Πως χειρίζεστε το θέμα της παράδοσης σε αυτή την παράσταση;
Η παράδοση είναι ένα θέμα που με στοιχειώνει, όπως και τους περισσότερους Έλληνες. Το βασικό ερώτημα που αντιμετωπίζω στις παραστάσεις μου, είτε πρόκειται για όπερα, είτε για μουσικό θέατρο, είναι εκείνο της επιστροφής των νεκρών. Ολόκληρη η λαϊκή παράδοση είναι γεμάτη από εικόνες επιστροφής νεκρών, άλλοτε ως αρωγών κι άλλοτε ως βρικολάκων. Στην παράσταση αυτή θέτω μια σειρά από ερωτήματα που έχουν να κάνουν με αυτή τη διπλή παρουσία των νεκρών ανάμεσα στους ζωντανούς, υπό τη μορφή του βάρους της παράδοσης. Για μας τους Έλληνες, το ερώτημα αυτό είναι εξαιρετικά ζωτικής σημασίας, αν σκεφτεί κανείς πόσο ορίζουν τη ζωή μας ζωντανοί-νεκροί (τα βαμπίρ της πολιτικής είναι το πιο προφανές, αλλά όχι το μόνο παράδειγμα).
Πως είναι η συνεργασία με τον Γιώργο Κουμεντάκη;
Ο Γιώργος Κουμεντάκης χαρακτηρίζεται από την καλλιτεχνική και ηθική γενναιοδωρία εκείνων που έχουν πια κατασταλάξει ως προς την καλλιτεχνική τους γλώσσα και που αναζητούν μέσα από τη συνεργασία να επαληθεύσουν την ισχύ των ευρημάτων τους. Ήταν ιδανικά ανοικτός σε όλες τις προτάσεις μου, γιατί αυτό που ήθελε να πει βρίσκεται πολύ καλά εκφρασμένο στα έργα του. Κι ακριβώς επειδή έχει πίστη στο έργο του, είναι ένας εξαιρετικά καλός και διεισδυτικός θεατής του διαλόγου των άλλων με αυτό.
Πέτρος Τουλούδης
Εικαστικός, σκηνογράφος και performer στην παράσταση
Πώς συμβάλουν το εικαστικό περιβάλλον και τα κοστούμια που επιμελείστε στην θεατρική ερμηνεία της μουσικής του Γιώργου Κουμεντάκη;
Σ’ ένα αρχικό στάδιο δημιουργήθηκαν κάποιες συνειρμικές εικόνες στη φαντασία μου, ακούγοντας την μουσική του Γιώργου. Ήταν εικόνες όχι απαραίτητα και όχι πάντα με συγκεκριμένες μορφές -που να μπορεί κανείς δηλαδή να περιγράψει με συγκεκριμένο τρόπο- αλλά στοιχεία, διαθέσεις και καταστάσεις που συνειρμικά παρέπεμπαν στη σύνθεση ενός κόσμου που έπαιρνε υπόσταση μέσα από τον ρυθμό και το αίσθημα της μουσικής. Με τις θεματικές ενότητες που προέκυψαν στη συνέχεια από συζητήσεις για το τι είναι η παράδοση, για το πως μπορεί να μας αφορά κάτι τέτοιο και πως χρησιμοποιήθηκε από τις διάφορες μορφές της τέχνης μέχρι σήμερα, υλοποιήθηκαν στο μυαλό μου κάποιες συγκεκριμένες πια εικόνες που προσαρμόστηκαν στο δεδομένο σκηνικό χώρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη.
Η μουσική ή ο λόγος ήταν ο οδηγός σας για το εικαστικό περιβάλλον της παράστασης;
Όλα ξεκίνησαν από τη μουσική και από την ιδέα μιας παράστασης μουσικού θεάτρου. Έγινε κάποιος αρχικός σχεδιασμός για το σκηνικό χώρο και στην περίοδο των προβών δημιουργήθηκαν τα κείμενα και στη συνέχεια προέκυψαν καινούριες ανάγκες και καταστάσεις για περαιτέρω σχεδιασμό σκηνικών, αντικειμένων και κοστουμιών.
Η παράσταση είναι μια παράσταση μουσικού θεάτρου με ερμηνευτές που δεν είναι ηθοποιοί αλλά μουσικοί. Αυτό αποτελεί μεγαλύτερη πρόκληση για την σχεδίαση των κοστουμιών;
Το γεγονός ότι στην παράσταση συμμετέχουν ερμηνευτές μουσικοί και όχι ηθοποιοί ήταν για έμενα μια πρόκληση να σχεδιάσω κοστούμια τα όποια θα μπορούσαν να χρησιμοποιούνται από τους ίδιους όταν παίζουν μουσική και να μεταμορφώνονται με εύκολο τρόπο στις σκηνές των θεατρικών δράσεων.
