ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Φίλιππος Τσίτος
ΣΕΝΑΡΙΟ: Αλέξης Καρδαράς, Φίλιππος Τσίτος
ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΟΥΝ: Αντώνης Καφετζόπουλος, Τιτίκα Σαρινγκούλη, Αναστάς Κόζντινε, Γιώργος Σουξές, Κωνσταντίνος Κορωναίος, Παναγιώτης Σταματάκης, Μαρία Ζορμπά
ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 103΄
ΔΙΑΝΟΜΗ: NUTOPIA
ΓΙΑ ΠΟΛΥΑΣΧΟΛΟΥΣ:
Ο Σταύρος ζει μόνος με την ηλικιωμένη και στα πρόθυρα της άνοιας μητέρα του. Μοναδικός τρόπος να περνά την ημέρα του είναι να χαζεύει τα πάντα, καθισμένος μαζί με τους εξίσου αχαΐρευτους, γείτονες καταστηματάρχες έξω από το σκονισμένο ψιλικατζίδικό του. Μέχρι που μια μέρα η μητέρα του αναγνωρίζει ξαφνικά έναν Αλβανό εργάτη ως τον χαμένο γιο της, κατακρυμνίζοντας την έως τότε κοσμοθεωρία του Σταύρου.

ΓΙΑ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΟΥΣ:
Στη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του μετά το My Sweet Home, ο Φίλιππος Τσίτος επιμένει να αναζητά και να αιχμαλωτίζει αντιφατικά χαρακτηριστικά μιας ανεξερεύνητης σύγχρονης ελληνικότητας. Η Ακαδημία Πλάτωνος αποτελεί εύστοχη απεικόνιση της εγχώριας νοοτροπίας που συχνά βρίσκει καταφύγιο σε έναν κάποτε άκακο αλλά συχνά αυθόρμητο ρατσισμό και σε προκαταλήψεις που πάνε πακέτο με ένα άνευ λόγου αίσθημα ανωτερότητας απέναντι στους ολοένα αυξανόμενους μετανάστες.
Επιστρατεύοντας περιστασιακά εμπνευσμένα, σκηνοθετικά ευρήματα, η καμερά του Τσίτου παρακολουθεί το κακορίζικο σταυροδρόμι, όπου η μοναδική ουσιαστική δραστηριότητα προέρχεται από τις εργασίες των πάσης προέλευσης αλλοδαπών. Η εικόνα που παρουσιάζει είναι ελάχιστα υπερβολική· παραμονεύει σε ουκ ολίγες γειτονιές των Αθηνών – και όχι μόνο. Αν και ακραία, η εξωφρενική αναγνώριση ανάμεσα στη μητέρα του Σταύρου και τον Αλβανό Μαρενγκλέν (εκ του Μαρξ-Ένγκελς-Λένιν!) είναι το εύρημα που θα δώσει το έναυσμα για να αναδειχθούν σε όλο τους το μεγαλείο η αθάνατη, ελληνική κακομοιριά και τα συμπλέγματα κατωτερότητας που κρύβονται κάτω από τα άλλοθι μιας αραχνιασμένης, αρχαίας κληρονομιάς και τους τόνους ψωροπερηφάνιας.
Αν και διαυγής, η σατιρική ματιά του Τσίτου προδίδεται ωστόσο από ρυθμούς ταιριαστούς μεν με το νωθρότατο lifestyle των τεσσάρων χασομέρηδων φίλων αλλά που κάποια στιγμή δυναμιτίζουν κινηματογραφικά το αποτέλεσμα. Κυρίως όμως χάνει έδαφος από την αμηχανία του σεναρίου να εξελίχθεί ουσιαστικά από τη στιγμή που ο Σταύρος αρχίζει με βαριά καρδιά να συμβιβάζεται με τη νέα του ταυτότητα από αγάπη για τη μάνα του αλλά και από τη συνειδητοποίηση ότι δεν τον χωρίζουν και πολλά από τον αλλοεθνή wannabe αδελφό του.
Όσο για τον βραβευμένο στο φεστιβάλ του Λοκάρνο Αντώνη Καφετζόπουλο, αποδεικνύει μετά από πολύ καιρό ότι όταν θέλει μπορεί με αξιοσημείωτη άνεση να ξεφύγει από τις τηλεοπτικές ευκολίες και υπερβολές στις οποίες τον έχουμε συνηθίσει τα τελευταία χρόνια και να δημιουργήσει κάτι πολύ πιο υπόγειο και βραδυφλεγές.

