Τι κάνεις αν είσαι πετυχημένος καλλιτέχνης, αλλά ο κινηματογράφος επιμένει να σε αφήνει στον πάγκο; Αν είσαι κοινός θνητός, τότε εγκαταλείπεις το γήπεδο. Αν είσαι η Ελένη Ράντου, τότε μπαίνεις στο παιχνίδι με το έτσι θέλω.
Και παρόλο που το να μεταφέρεις τη μεγαλύτερη θεατρική σου επιτυχία (Μαμά Μην Τρέχεις) στη μεγάλη οθόνη με τίτλο Πεθαίνω για Σένα είναι ομολογουμένως μια έξυπνη κίνηση, δεν αρκεί να το θέλεις εσύ. Πρέπει να το θέλουν και τ’ άστρα. Και η Ελένη Ράντου μάλλον είχε ανάδρομο Ερμή το περασμένο καλοκαίρι…
ΤΟ STORY:
Πρώην χορεύτρια που διδάσκει ταγκό σε σχολή χορού (Ελένη Ράντου), ερωτεύεται τον καθηγητή Φυσικής του έφηβου γιου της (Νεκτάριος Λουκιανός), που αναζητά την σεξουαλική του ταυτότητα. Ο άντρας της όμως το χαβά του: τροχονόμος με έφεση στη στιχουργική (Φάνης Μουρατίδης), επιμένει ότι βρήκε την πηγή της έμπνευσής του στο πρόσωπο του αντίζηλου! Μόνο η κουφή γιαγιά (Μάρθα Καραγιάννη) μοιάζει να ακούει τη μπόρα που πλησιάζει…
ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ:
Κάθε σενάριο χρειάζεται το σκηνοθέτη του. Έλα όμως που ο Θοδωρής Παπαδουλάκης – που ήταν ο πρώτος επιλαχών για την κινηματογραφική μεταμόρφωση του θεατρικού – αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το project λόγω ατυχήματος 2 εβδομάδες πριν την έναρξη! Ο ενθουσιασμός της Ράντου όμως, παρέμενε ανέπαφος. Τελικά, αν είσαι η Ελένη Ράντου δεν έχει σημασία τι θέλουν τα άστρα. Σημασία έχει τι θέλεις εσύ!

Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ:
Γιατί μείνατε μακριά από τον κινηματογράφο όλα αυτά τα χρόνια;
Δεν ήταν δική μου πρωτοβουλία, απλά δεν με τίμησε!
Η επαναληπτικότητα του θεάτρου δεν σας είχε κουράσει;
Η αλήθεια είναι ότι χρειαζόμουνα ένα διάλειμμα. Η πρόταση της ταινίας ήρθε σε μια στιγμή που είχα κουραστεί πολύ και αποφάσισα να κάνω την ηρωική μου έξοδο! Είναι η πρώτη χρονιά που δεν παίζω, γιατί αισθανόμουν ότι έπρεπε οπωσδήποτε να κάνω κάτι διαφορετικό για να επανέλθω αγαπώντας το περισσότερο.
Το γεγονός ότι αποφασίσατε να μεταφέρετε στον κινηματογράφο ένα ήδη επιτυχημένο θεατρικό δεν είναι εξίσου επαναληπτικό όμως;
Στην αρχή ένιωθα ότι κάνω κάτι που το έχω ξανακάνει. Καθ’ οδόν όμως ανακάλυψα ότι η διαδικασία ήταν εντελώς διαφορετική και συνειδητοποίησα ότι έκανα καλά που ξεκίνησα με κάτι που ήξερα ήδη, γιατί βούτηξα μεν στα βαθιά νερά αλλά εκ του ασφαλούς. Δεν ξεκίνησα την περιπέτεια από το μηδέν. Την πήρα από τη μέση και κάτω. Αλλά ούτως ή άλλως ήταν διαφορετικό το μονοπάτι.
Τι χρειάστηκε για να μεταμορφωθεί το «Μαμά Μην Τρέχεις» σε «Πεθαίνω για Σένα»;
Χρειάστηκε μακροχρόνια προεργασία και μια διαφορετική οπτική. Έπρεπε να βλέπεις τα πράγματα περισσότερο σαν εικόνα και λιγότερο σαν λόγο, χρειάστηκε μια μετατόπιση του άξονα!
Πόσο εύκολα ήταν να ενσωματώσετε την οπτική ενός εξωτερικού παράγοντα – δηλαδή του σκηνοθέτη – σε ένα τόσο δικό σας project;
Αυτό ήταν ένα μεγάλο πρόβλημα γιατί απ’ ότι κατάλαβα στο χώρο του κινηματογράφου, το όνειρο του σκηνοθέτη είναι αυτό που βλέπεις στη μεγάλη οθόνη. Αυτός είναι η πηγή της έμπνευσης. Εδώ είχα την καλή συγκυρία να συνεργαστώ με έναν άνθρωπο που δεν είχε καμία διάθεση να γίνει μόνο το δικό του – κάτι που δεν συμβαίνει συχνά. Ο Νίκος (Καραπαναγιώτης) έκανε χώρο για το όνειρο του άλλου, χωρίς κόμπλεξ. Μοιραστήκαμε λίγο τους εγωισμούς μας.
Ο εγωισμός είναι το βασικό πρόβλημα στο ελληνικό σινεμά!
Είναι η ευχή του και η κατάρα του. Εδώ διανύσαμε μαζί την απόσταση και τα βρήκαμε στα μισά.
Όσον αφορά την ελληνική οικογένεια που σατιρίζει το σενάριο, όσο κι αν θέλουμε να πιστεύουμε ότι τα πράγματα έχουν αλλάξει, ακόμα βλέπεις να χτίζουν τα τριώροφα για να μένουν αχώριστοι στον αιώνα των αιώνων!
Μα υπάρχουν ακόμη αυτά! Το θέμα πάντως δεν είναι η δική μου οπτική στην ηθογράφηση της οικογένειας, αλλά η εξερεύνηση αυτής της οικείας συνωμοσίας που ενώνει τα μέλη της και πόσο δύσκολα διαλύεται. Ακόμα κι αν υπάρχει λόγος σοβαρός…

Τους Έλληνες κριτικούς τους φοβάστε; Γιατί τα τελευταία χρόνια την έχουν στημένη στη εγχώρια κωμωδία…
Μα αν δεν υπάρχει εμπορικό σινεμά είναι αδύνατον να υπάρξει και ποιοτικό. Αν δεν υπάρχει το αντίπαλο δέος χάνεται η ισορροπία. Ο τρόπος που αντιμετωπίζει η κριτική αυτή την εισβολή ενός άλλου σινεμά, λίγο πιο εμπορικού, είναι άδικος. Η βασική προϋπόθεση είναι να γίνονται ταινίες που θα φέρουν τον κόσμο στις αίθουσες. Γιατί αν μπει για το εμπορικό σινεμά, θα μπει και για το άλλο. Άρα το σινεμά που κάνει εισιτήρια θέλει μια πιο προσεκτική αντιμετώπιση για να μπορέσει να βελτιωθεί.
Δεν σας τρομάζει τι θα γραφτεί για την ταινία σας όταν βγει στη διανομή;
Ως παιδί που δεν προέρχεται από το χώρο του κινηματογράφου, ξέρω καλά ότι δεν πρόκειται να με περιμένουν με ανοιχτές αγκάλες. Δεν έχω ψευδαισθήσεις. Δεν ξεκινάω για να αρέσω στους άλλους και ειλικρινά δεν με απασχολουν τα ενδιάμεσα εμπόδια που μπορεί να συναντήσω. Ξεκινάω για να αρέσω σε μένα. Είναι φιλοσοφία ζωής. Δεν θα κάθομαι τώρα να τρέμω τους κριτικούς. Εγώ φτιάχνω στην ταινία τη δική μου οικογένεια.
Πόσο από τον εαυτό σας έχετε βάλει στο σενάριο, μιας και το έφερε η κουβέντα; Κάπου πήρε το μάτι μου τον Παπακωνσταντίνου να κάνει το Νεύτωνα!
Έχω βάλει πρώτα απ’ όλα τη ματιά μου. Αυτοβιογραφικό δεν είναι, αλλά αν αυτοί οι ήρωες υπήρχαν έτσι θα τους έβλεπα εγώ να κινούνται.
Γιατί ένας θεατής που έχει δει το θεατρικό να πληρώσει εισιτήριο για να δει το «Πεθαίνω για Σένα»;
Στο θέατρο το είχανε δει γύρω στα 100.000 άτομα, αλλά αυτή τη φορά ευελπιστώ να το δουν πολύ περισσότεροι. Έχει αλλάξει πολύ σε σχέση με αυτό που ήταν. Η αίσθηση που προσλαμβάνω από τον κόσμο πάντως, είναι ότι υπάρχει μια αναμονή ασχέτως του θεατρικού.
Μήπως τελικά δεν σας είχαν γίνει προτάσεις γιατί οι σκηνοθέτες πολύ απλά δεν μπορούσαν να σας φανταστούν στη μεγάλη οθόνη;
Να σου πω κάτι; Τόσο στο θέατρο, όσο και στο σινεμά και την τηλεόραση υπάρχει πάντα ένα πρόβλημα με μένα. Δεν φαντάζονται εύκολα τι μπορώ να κάνω. Οπότε κάποια στιγμή αναγκάστηκα να πάρω τα πράγματα στα χέρια μου – στο θέατρο τουλάχιστον – και να κάνω τα πράγματα που φαντάζομαι εγώ ότι μπορώ να κάνω. Για τους υπόλοιπους, ότι και να γίνει θα είμαι πάντα Κωνσταντίνου και Ελένης! Δεν είναι έτσι όμως και το ‘χω αποδείξει.
Το σινεμά όμως έχει μια μονιμότητα που τρομάζει. Οι ταινίες δεν είναι τηλεόραση, μένουν εκεί για πάντα.
Αυτό ήταν ένα μεγάλο μάθημα για μένα, γιατί στο σινεμά κάθε τι που γίνεται είναι και το τελικό, ενώ στην τηλεόραση και το θέατρο έχεις περιθώρια βελτίωσης. Έχεις μπροστά σου μια σειρά επεισοδίων, κι αν δεν βρεις το ρόλο απ’ το πρώτο μπορείς να τον βρεις στο πέμπτο. Στο θέατρο συνήθως ασχολούμαι με τόσα άλλα πράγματα, που το δικό μου ρόλο τον βρίσκω στον ένα μήνα! Εδώ κάνω το σταυρό μου που ήταν κάτι που το ήξερα πολύ καλά. Για πρώτο βήμα νομίζω ότι ήτανε ότι πιο σεμνό.
Ας ελπίσουμε λοιπόν ότι όλα θα πάνε καλά…
Ότι και να γίνει πάντως, νομίζω ότι κάναμε ωραία ομάδα. Δεν ξέρω αν θα ξαναβρεθούμε ποτέ με όλους αυτούς τους ανθρώπους, αλλά είναι όπως όταν πας φαντάρος: υπάρχει ένα δέσιμο γιατί όλοι έχουν υποστεί το ίδιο καψόνι. Σ’ αυτή την περίπτωση το καψόνι ήταν η ταινία και μου αρέσει πολύ που στα 42 μου πήγα κι εγώ φαντάρος! 
ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Σκηνοθεσία: Νίκος Καραπαναγιώτης
Σενάριο: Ελένη Ράντου, Φίλιππος Δεσύλας
Πρωταγωνιστούν: Ελένη Ράντου Φάνης Μουρατίδης, Σήφης Πολυζωίδης, Μιχάλης Ιατρόπουλος, Νεκτάριος Λουκιανός, Μάρθα Καραγιάννη
Διεύθυνση Φωτογραφίας: Δημήτρης Κατσαΐτης
Μουσική: Λαυρέντης Μαχαιρίτσας
Διανομή: ODEON
Η ταινία θα κάνει πρεμιέρα στις κινηματογραφικές αίθουσες στις 29 Ιανουαρίου
Trailer
